Σαφένια της Κωνσταντίνας Κοράκη (κεφάλαια:1ο, 2ο , 3ο, 4ο)

Σαφένια

της Κωνσταντίνας Κοράκη

Περιεχόμενα

Πρώτο μέρος

  1. Οι σκέψεις. Το παρελθόν (σελ. )
  2. Οι εικόνες (σελ.)
  3. Η σκάλα (σελ.)
  4. Τα υλικά. Η μνήμη (σελ.)
  5. Η περιπέτεια (σελ.)
  6. Ο Εναέριος (σελ.)
  7. Τα συναισθήματα (σελ.)
  8. Ο χάρτης. Τα ταξίδια (σελ.)
  9. Το ρήγμα. Τα θραύσματα (σελ.)
  10. Ο διάλογος. Η ηθική (σελ.)
  11. Κλειδοποιοί: Μαγιστέρης και Ψυχόρραγη (σελ.)

Δεύτερο Μέρος

Γεγονότα

  1. Οι αυτοεξόριστοι (σελ.)
  1. Ο τελικός προορισμός (σελ.)
  1. Οι σφαίρες (σελ.)
  1. Τα αερόπλοια (σελ.)
  1. «Δεν είμαστε μόνο εμείς…» (σελ.)
  1. Οι σφαίρες. Κιβδίαλος και Αρχετυπική. (σελ.)
  1. Το νέφος της μεγάλης λύπης (σελ.)
  1. Οι τέσσερίς τους (σελ.)
  1. «Ίσως να είναι μακριά, ίσως εδώ δίπλα…» (σελ.)

Επίλογος (σελ.)

  1. Οι σκέψεις. Το παρελθόν

Προσπαθούσε με το βλέμμα της να διαπεράσει τον ορίζοντα. Ήθελε να διακρίνει τι υπήρχε πιο πέρα. Έτσι περνούσε πολλές από τις ώρες της πάνω στο πλοίο.

«Τι σκέφτεσαι, Σαφένια;» ρώτησε ένα γλαροπούλι με δυνατή φωνή σαν να ήθελε να την επαναφέρει στην πραγματικότητα.

«Τίποτα, τίποτα απολύτως» απάντησε δήθεν αδιάφορη κοιτάζοντας λοξά.

«Και όμως… Να σου πω πώς μοιάζεις; Σαν να θέλεις να σκίσεις τον ορίζοντα με το βλέμμα σου!»

Φύσηξε αεράκι και, στη συνέχεια, ένα σφύριγμα κάλυψε τα λόγια του γλάρου που μιλούσε προς ένα φανταστικό κοινό:

«Το βλέμμα της Σαφένιας θέλει να κατορθώσει το ακατόρθωτο. Ακούτε, όλοι εσείς, γύρω μου; Εσείς, οι αθέατοι;»

«Εμείς που δεν φαινόμαστε, αλλά είμαστε πάντα εδώ, παρακολουθούμε με αμείωτο ενδιαφέρον».

Ο γλάρος φάνηκε να μην πείθεται.

«Τότε γιατί δεν εμφανίζεστε; Γιατί δεν λέτε–»

«Ποιος σου είπε, γλάρε, ότι οι αισθήσεις σου είναι αρκετές για να αντιληφθείς τα πάντα;»

Ο γλάρος τα έχασε. Πέταξε μακριά με μεγάλη ταχύτητα. Σε λίγο φαινόταν απλώς ένα μικρό σημαδάκι στην άκρη του ουρανού. Γύρω επικρατούσε απόλυτη ησυχία.

Όντως δεν έπεφτε και πολύ έξω το γλαροπούλι. Η Σαφένια απέφευγε να φανερώνει τις σκέψεις της στους άλλους, αφού όποτε τη ρωτούσαν, άλλαζε κουβέντα ενστικτωδώς. Είχε αποφασίσει από μικρή ότι οι σκέψεις της ανήκαν μόνο στην ίδια και ότι δεν είχε νόημα να τις μοιράζεται. Αν τις φανέρωνε, θα προκαλούσε αναστάτωση, ίσως και στεναχώρια, όπως τότε.

Κάποτε, πριν από αρκετά χρόνια, ένα κοριτσάκι με μπουκλωτά μαλλιά βγήκε στον κήπο του σπιτιού του χαμογελώντας.

«Έχει μια πεταλούδα έξω, θέλω να τη δω» φώναξε στη μαμά της.

«Μην αργήσεις, Σαφένια. Σε λίγο θα φάμε».

«Ναι, μαμά. Ούτε λεπτό δεν θα κάνω».

Η μητέρα της δεν άκουσε την τελευταία ψιθυριστή φράση.

Έκανε λίγα βήματα προς τα έξω ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά πάνω από τον ώμο της. Ωραία, η μαμά είχε πάει στην κουζίνα. Ο μπαμπάς καθόταν στην πολυθρόνα του –λογικά θα τον είχε πάρει ο ύπνος.

Κάθε λίγο και λιγάκι κοιμάται ο μπαμπάς, σκέφτηκε διασκεδάζοντας.

Προχώρησε προς το εσωτερικό του κήπου. Ένιωθε ασφαλής με τα πυκνά δέντρα ολόγυρα να προστατεύουν το σπίτι τους από τα μάτια κάθε αδιάκριτου επισκέπτη. Το βλέμμα της γλίστρησε πάνω στα φύλλα των δέντρων και έμεινε εκεί για λίγες στιγμές.

Πράσινο βαθύ, είπε από μέσα της, πράσινο ανοιχτό, ακόμα και κιτρινωπό.

Θέλησε να απλώσει τα χεράκια της για να τα πιάσει, αλλά κρατήθηκε. Πρόσεξε ότι μερικά κλαδιά καμπύλωναν σε μια προσπάθειά τους να αγγίξουν απαλά το έδαφος. Πλησίασε δειλά και έγειρε το κεφάλι, έτσι ώστε να νιώσει το ανεπαίσθητο άγγιγμά τους. Μισοέκλεισε τα μάτια γοητευμένη.

Ένα φύλλο θα ήθελα, σκέφτηκε, αλλά σύντομα επανήλθε. Είχε μια δουλειά να κάνει.

Άρχισε να προχωράει πάλι, ενώ περιεργαζόταν τα χρωματιστά ανθάκια στα παρτέρια.

«Κίτρινα και ροζουλιά» ψιθύρισε ευχαριστημένη.

Λίγο παρακάτω ήταν το μικρό σιντριβάνι με τα ιπτάμενα γαλανόψαρα. Μια μέρα είχε προσπαθήσει να τα πιάσει, όμως εκείνα πάντα ξεγλιστρούσαν από τα χέρια της πεταρίζοντας τα διάφανα φτεράκια τους.

Πλησίασε μαγνητισμένη. Τα γαλανόψαρα δεν έδωσαν σημασία, απλώς πετάριζαν πάνω από το νερό και βουτούσαν ξανά. Τώρα θα έπιανε ένα, ευκαιρία! Να, μόνο να άπλωνε το χέρι της.

Όχι, δεν είναι η ώρα τώρα.

Τίναξε το κεφάλι της και με μισόκλειστα μάτια πήγε βιαστικά προς ένα δέντρο στο βάθος του κήπου, δίπλα από τη μεγάλη κούνια. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, πλέον βρισκόταν σε υπερδιέγερση. Γύρισε και έριξε μια ματιά πίσω της γεμάτη καχυποψία. Μόλις βεβαιώθηκε ότι δεν την έβλεπε κανείς, τέντωσε το χεράκι της και άνοιξε αργά τα δάχτυλά της.

Όλα εντάξει, σκέφτηκε, αφού τα παρατήρησε προσεκτικά.

Στη συνέχεια, έχωσε προσεκτικά το χέρι της μέσα σε μια στενή σχισμή του κορμού. Γδάρθηκε, αλλά κατάφερε να βγάλει ένα μικρό αντικείμενο που έμοιαζε με κρυστάλλινο δάκρυ.

Το σήκωσε ψηλά για να το εξετάσει και σύντομα χαμογέλασε ικανοποιημένη. Ναι, τώρα μετά από τόσες δοκιμές ήταν έτοιμο∙ είχε έρθει η ώρα για να τους αποκαλύψει τον μικρό της θησαυρό. Σίγουρα θα εντυπωσιάζονταν, πιο πολύ ο μπαμπάς. Έσφιξε την παλάμη της και ξεκίνησε τρέχοντας για το σαλόνι. Προσπέρασε το σιντριβάνι, τα λουλούδια και τα δέντρα, δίχως να τους ρίξει ούτε μια ματιά. Βιαζόταν τόσο πολύ να πάει μέσα, ώστε δεν πρόσεξε ότι τα γαλανόψαρα στέκονταν πάνω από το νερό σαν να είχαν παγώσει.

«Μπαμπά,» φώναξε ενθουσιασμένη «ξύπνα, έχω να σου δείξω κάτι!»

Ο Αρεμάχης λαγοκοιμόταν όταν πετάχτηκε ξαφνιασμένος από τις φωνές.

Α, η Σαφένια. Κάτι θα σκάρωσε πάλι. Αυτή η μικρή είναι πολύ έξυπνη τελικά. Για να δούμε τι έφερε τώρα. Τις προάλλες ήταν μια μηχανική πασχαλίτσα που ως και τα φτεράκια της άνοιγε αν την άγγιζες. Ίσως, τώρα να έφτιαξε κάτι άλλο.

Γύρισε προς το μέρος της με προσμονή, αλλά ξαφνικά το βλέμμα του σκοτείνιασε.

Δεν είναι δυνατόν, είπε νοερά, μάλλον δεν βλέπω καλά.

Προσπάθησε να διακρίνει το μικρό αντικείμενο όταν ένιωσε τα ματάκια της να τον κοιτάζουν όλο λαχτάρα. Έπρεπε να διατηρήσει την ψυχραιμία του, για να μην καταλάβει.

«Πού το βρήκες;» ρώτησε ξεψυχισμένα.

Η Σαφένια τα ’χασε. Περίμενε διαφορετική αντίδραση. Μήπως το πήρε για εκείνο το έντομο που τσιμπούσε σαν την άλλη φορά;

«Σαφένια! Τι είναι αυτό;»

Σειρά της μαμάς να πεταχτεί. Παράξενο, και εκείνη κοιτούσε την παλάμη της ανήσυχη.

«Ο θησαυρός μου» μουρμούρισε διστακτικά. «Τόσο καιρό–».

«Δώσ’ το σε εμάς και θα το επιστρέψουμε σε όποιον το έχασε».

Ο Αρεμάχης χαμογελούσε βεβιασμένα με το χέρι του ήδη απλωμένο προς το μέρος της. Η Σαφένια τράβηξε απότομα το δικό της πίσω από την πλάτη της. Ένιωθε ότι έπρεπε να προστατεύσει τον θησαυρό της, χωρίς να γνωρίζει γιατί.

«Είναι δικό μου» απάντησε σταθερά.

«Πώς είναι δικό σου; Έξω δεν το βρήκες; Αν κάποιος έβρισκε ένα από τα παιχνίδια σου, θα ήθελες να σ’ το επιστρέψει. Έτσι είναι το σωστό».

«Ναι, αλλά όσο και να ψάξετε, δεν θα βρείτε κανέναν για να το δώσετε».

«Τι εννοείς;»

«Αυτό» είπε και τους έδειξε το δάκρυ πάνω στην παλάμη της «το έφτιαξα μόνη μου».

Οι γονείς της τα έχασαν. Η Φενιλέη κοίταξε τον άντρα της λοξά, δίχως να γυρίσει το κεφάλι της προς το μέρος του. Διέκρινε το βλέμμα του. Δεν εστιαζόταν πουθενά, ταξίδευε στους λαβύρινθους του παρελθόντος. Δάγκωσε τα χείλια της για λίγο, δεν έπρεπε να τον αφήσει να χαθεί εκεί μέσα. Άγγιξε τα δάχτυλα του χεριού του, στην αρχή δειλά και μετά πιο σταθερά.

«Αρεμάχη,» ψιθύρισε «η Σαφένια μας…»

Τα λόγια της τον επανέφεραν. Το βλέμμα του ζωήρεψε, ενώ στο πρόσωπό του σχηματίστηκε ένα αχνό χαμόγελο. Βεβιασμένο μεν, αλλά τουλάχιστον χαμογελούσε. Η Φενιλέη αναστέναξε ανακουφισμένη.

«Σαφένια, είναι όντως δικό σου» είπε ο Αρεμάχης γαλήνια. «Συγγνώμη που αμφιβάλαμε. Μας φάνηκε παράξενο που έφτιαξες κάτι τόσο ασυνήθιστο. Μπορώ να του ρίξω μια ματιά; Θα είχε ενδιαφέρον να το μελετούσα» συμπλήρωσε βιαστικά. «Υπόσχομαι να σ’ το επιστρέψω σύντομα».

Φαινόταν ήρεμος πλέον, έτσι η Σαφένια συμφώνησε. Το ακούμπησε στο χέρι του ανόρεχτα, όμως η αρχική τους δυσπιστία τη στεναχώρησε. Γιατί να μην την πιστέψουν αμέσως; Και γιατί να τρομοκρατηθούν τόσο; Πρώτη φορά τους έβλεπε έτσι.

Πήγε στο δωμάτιό της συνοφρυωμένη. Είχε πάρει ήδη την απόφασή της. Από εδώ και στο εξής δεν θα ανακοίνωνε κάθε σκέψη της στους άλλους, στους μεγάλους δηλαδή. Ίσως οι μεγάλοι να μην αντιλαμβάνονταν τον τρόπο που σκεφτόταν. Δεν υπήρχε λόγος να τους κρατάει κακία. Στο κάτω κάτω είχαν να ασχοληθούν με άλλα πράγματα.

Άνοιξε αποφασιστικά την ντουλάπα και ανασκάλεψε το τελευταίο ράφι. Μέσα σ’ ένα τετράγωνο χαρτονένιο κουτί στεκόταν ένα βελούδινο κουτάκι περιμένοντας γεμάτο ελπίδα να το ανοίξουν. Είχε εσωτερικό ντυμένο μ’ ένα σκούρο ροζ σατέν ύφασμα σχηματίζοντας πολλές πτυχώσεις. Με μια βιαστική ματιά, δύσκολα θα διέκρινε κανείς ότι μέσα σε μια πτυχή κρυβόταν ένα άλλο δάκρυ, σχεδόν ίδιο με το προηγούμενο. Το πήρε στα χέρια προσεκτικά, όπως κάτι πολύτιμο, και αμέσως την κατέκλυσε ένα ζεστό συναίσθημα, σαν να είχε ξαναβρεί κάτι χαμένο μετά από καιρό. Πίστευε ότι θα της χρησίμευε κάποια στιγμή, αλλά όχι τώρα στα εννέα της χρόνια. Έπρεπε να κάνει υπομονή.

Την ίδια ώρα, μέσα στο σπίτι, οι γονείς της βρίσκονταν σε υπερένταση ψάχνοντας τρόπο για το πώς θα χειριστούντην κατάσταση. Ο Αρεμάχης παρέμεινε αμίλητος με το δάκρυ στο χέρι του. Η Φενιλέη, από την άλλη, μιλούσε ακατάπαυστα σε μια προσπάθεια να πείσει τον εαυτό της ότι όλα ήταν υπό έλεγχο. Δεν πέρασε πολλή ώρα μέχρι που κατάλαβε ότι πλέον ίσχυε το αντίθετο.

Στο τέλος, βρέθηκαν ο ένας απέναντι από τον άλλο σε δύο μάλλον άβολες καρέκλες. Έμειναν να κοιτάζονται. Δεν υπήρχαν πολλά να συζητήσουν. Τα πράγματα είχαν πάρει τον δρόμο τους.

«Λοιπόν;» αναρωτήθηκε ο Αρεμάχης με ύφος σαν να είχε υποταχτεί άθελά του σε κάτι. «Να ενισχύσουμε το ταλέντο της ή να στρέψουμε το ενδιαφέρον της αλλού μήπως φανεί τυχερή;» πρόσθεσε σαρκαστικά.

Η Φενιλέη παρατηρούσε τον άντρα της σκεπτική. Τόση ώρα δεν είχε βγάλει λέξη, ενώ εκείνη, μιλούσε συνεχώς για να σκεπάσει τη σιωπή. Ήξερε τι σκεφτόταν ο Αρεμάχης. Είχε γυρίσει πίσω στην παιδική του ηλικία, ή μάλλον όχι, στην εφηβεία του. Γύρω στα δεκαπέντε είχε βρεθεί στην ανάλογη θέση μ’ ένα δικό του κλειδί, που τον οδήγησε σε εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις.

Η Φενιλέη μελαγχόλησε. Πίστευε ότι δεν θα αναγκάζονταν να τα θυμηθούν ξανά, όμως ο άντρας της φαινόταν να έχει χαθεί ήδη στις αναμνήσεις του με εκείνη τη γνωστή έκφραση της παραίτησης.

«Μίλησέ μου, σε παρακαλώ» είπε παρακλητικά «Μην το κρατάς μέσα σου».

Την είχε πιάσει νευρικότητα και γι’ αυτό άρχισε πάλι την κουβέντα, μήπως και τον τραβούσε από τις αναμνήσεις του. Όταν βυθιζόταν σ’ αυτές, η έκφρασή του έσβηνε, τα χαρακτηριστικά του πάγωναν, λες και δεν άντεχε να νιώθει.

«Έχει σημασία;» απάντησε κουρασμένα.

«Μα πώς είναι δυνατόν η Σαφένια μας να έφτιαξε ένα κλειδί τόσο νωρίς;»

«Ούτε και εγώ ξέρω. Σκέψου ότι, όταν είχα φτιάξει το κλειδί στα δεκαπέντε μου, μετά από πολλή προσπάθεια, με θεωρούσαν ιδιαίτερο ταλέντο» έκανε προβληματισμένος. «Και πάλι το δικό μου δεν ήταν εξαρχής τόσο καλό. Χρειάστηκαν πολλές μετατροπές. Φαίνεται πως η Σαφένια μας έχει χάρισμα».

«Είναι όντως χάρισμα;» ρώτησε η Φενιλέη, ενώ ένιωσε τη φωνή της να τρέμει.

«Είναι χάρισμα για τη φυλή μας‧ για πλάσματα σαν εμάς». Έκανε μια μικρή παύση για να σκεφτεί και συμπλήρωσε: «Και για τους ανθρώπους».

«Ενώ για την ίδια;» ρώτησε η Φενιλέη εκνευρισμένη.

«Γνωρίζεις την απάντηση. Από εδώ και πέρα η ζωή της θα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Θα σηκώνει ένα ανυπέρβλητο βάρος. Από τις αποφάσεις της θα κρίνονται οι ζωές των άλλων». Ο Αρεμάχης σήκωσε το βλέμμα προς τη γυναίκα του με μια έκφραση απορίας. «Γιατί με κοιτάζεις έτσι όμως;»

«Μη μου πεις ότι δεν σου πέρασε από το μυαλό» είπε με μια ελαφριά πρόκληση.

«Μόνο αυτό σκέφτομαι τόση ώρα, Φενιλέη».

«Είναι καθήκον μας να προφυλάξουμε την κόρη μας από όσα θα επακολουθήσουν. Δεν νομίζεις ότι θα είναι πολύ σκληρά; Πώς θα τα αντιμετωπίσει;»

«Η αλήθεια είναι» πρόσθεσε ο Αρεμάχης «ότι δείχνει αρκετά εύθραυστη. Αν και βαθιά μέσα της έχει έντονο δυναμισμό» συμπλήρωσε διστακτικά.

«Και είναι αρκετός για να τη σώσει;» ρώτησε τον άντρα της με αγανάκτηση.

Είχε μείνει έκπληκτη. Περίμενε ότι ο Αρεμάχης θα συμφωνούσε αμέσως μαζί της· ότι θα ξεστόμιζε πρώτος αυτά τα λόγια μετά από όλα όσα είχε περάσει.

«Καταλαβαίνω ότι θέλεις να προστατεύσεις την κόρη σου, όμως δεν είναι τόσο απλό» είπε εκείνος με σοβαρή φωνή.

«Και πώς είναι, δηλαδή; Θα την αφήσουμε να ζει μέσα στον φόβο εξαιτίας της ικανότητάς της; Να κρύβεται συνεχώς; Να στρέφεται ολόκληρη η ζωή της γύρω από τα κλειδιά, δίχως να χαρεί τίποτα άλλο;»

«Φενιλέη, το πήγες πολύ μακριά. Νομίζεις ότι μπορούμε να το αποφασίσουμε εμείς; Η δημιουργία κλειδιών είναι η ουσία της φυλής μας. Εξάλλου, μπορεί να το επιθυμεί η ίδια».

«Αρεμάχη» έκανε η Φενιλέη σιγανά «το χάρισμά σου –που ανάθεμα και αν είναι χάρισμα– σε έκανε να υποφέρεις. Είχες κινδυνέψει. Θυμάσαι;» τον ρώτησε εκνευρισμένη.

«Θυμάμαι» μουρμούρισε με απλανές ύφος. «Αν δεν ήταν όμως εκείνα τα ταξίδια…» μουρμούρισε. Γύρισε ξαφνικά προς τη Φενιλέη σαν να είχε ξυπνήσει απότομα. «Άκουσέ με, η Σαφένια δεν θα δεχτεί ποτέ να της υποδείξουμε τίποτα».

«Και εμείς τι πρέπει να κάνουμε; Να παρακολουθούμε αμέτοχοι;»

«Να τη στηρίξουμε σε ό,τι αποφασίσει. Γνωρίζεις πόσο ασυνήθιστη είναι για την ηλικία της. Και πόσο ώριμη» συμπλήρωσε μελαγχολικά.

«Κάποια παιδιά είναι πιο ώριμα» σχολίασε τραβώντας τη φούστα της νευρικά, κάτι που δεν διέφυγε του Αρεμάχη.

«Φενιλέη».

«Ναι».

«Μήπως, θέλεις να μου πεις κάτι;»

Για λίγο έμειναν σιωπηλοί.

«Προσπαθούσα να σ’ το κρύψω» μουρμούρισε η Φενιλέη μετά από λίγο με έναν απολογητικό τόνο στη φωνή της.

«Δεν πειράζει, απλά πες μου».

«Να, τις προάλλες που ήμασταν στην πόλη, περάσαμε μπροστά από το Πολυμορφικό1».

«Ναι; Έγινε κάτι;»

«Με τράβηξε από το χέρι για να σταματήσουμε. Τι είναι, Σαφένια μου;» τη ρώτησα. «Εδώ είναι το Πολυμορφικό, το μέρος όπου συγκεντρώνονται οι μεγάλοι Κλειδοποιοί. “Ξέρω τι είναι, μαμά” έκανε καθησυχαστικά. “Απλά θέλω να δω κάτι”. Αφού το παρατήρησε με ενδιαφέρον, δήλωσε με σοβαρό ύφος: “Θα πρέπει να είναι δύσκολο να τα βάλει κανείς με τόσο μεγάλο κτήριο”. Τι εννοείς, Σαφένια; τη ρώτησα. “Θα μπορούσε να γίνει πολύ δυνατό και να βασανίσει πολλά πλάσματα. Ειδικά εκείνα που έχουν μέσα τους τόσο πολύ καλό αλλά και τόσο κακό. Πρέπει να προσέχουμε”».

Ο Αρεμάχης συνοφρυώθηκε στο άκουσμα της αναπάντεχης πληροφορίας.

«Λες να μας έχει ακούσει να συζητάμε;»

«Μα έχουμε χρόνια να αναφερθούμε σε οτιδήποτε έχει σχέση με τα κτήρια».

«Τότε, πώς μπορεί να ήξερε;»

«Προσπαθώ να καταλάβω».

«Τι της είπες όμως; Τη ρώτησες;»

«Ναι, εννοείται ότι τη ρώτησα. Μιλούσε σαν κάτι φυσιολογικό. “Μα όλοι ξέρουμε για τα κτήρια” απάντησε ανασηκώνοντας το φρύδι της επιτιμητικά. “Ακόμα και εμείς τα παιδιά. Αλλά αφού κάνεις ότι δεν ξέρεις, δεν θα σου πω τίποτα άλλο”. Σαφένια μου, κάνεις λάθος. Μπορείς να μας λες. “Καθόλου δεν με εμπιστεύεστε” συνέχισε χωρίς να μου δώσει σημασία. “Δεν πειράζει, μαμά. Είστε μεγάλοι, έχετε έγνοιες”. Περιττό να σου πω ότι ένιωσα σαν να ήμουν εγώ η μικρή. Τη ρώτησα πάλι, όμως αρνήθηκε πεισματικά να αποκαλύψει τίποτα περισσότερο. Ήθελε μόνο να πάμε στους φίλους της. Ούτε αναφέρθηκε ξανά, σαν να είχε το ξεχάσει».

«Και εσύ φυσικά απέφυγες να πεις κάτι, για να μη με αναστατώσεις. Πίστεψες ή, μάλλον, έλπιζες ότι θα ξεχνιόταν».

Η Φενιλέη έγνεψε καταφατικά.

«Η κόρη μας είναι πολύ πιο μπροστά από εμάς» αναστέναξε ο Αρεμάχης «απλά δεν το είχαμε καταλάβει. Έχει πάρει ήδη τον δρόμο της».

Έμεινε για λίγο σιωπηλός.

«Φενιλέη, οφείλουμε να της συμπαρασταθούμε». Για λίγο χάθηκε στις σκέψεις του, κάτι τον έτρωγε. «Με προβληματίζει, ωστόσο, η αναφορά της στα άλλα παιδιά. Πώς είναι δυνατόν να γνωρίζουν; Λογικά θα είναι οι πιο στενοί της φίλοι».

«Η Ψυχόρραγη, ας πούμε» μουρμούρισε η Φενιλέη.

«Ναι, σωστά. Παράξενο πλάσμα, αέρινο. Φαίνεται ότι κάτι τις ενώνει. Πιθανόν να μοιράζονται την ίδια κλίση».

«Στον ίδιο βαθμό;»

«Πιθανότατα όχι. Η Ψυχόρραγη έχει κάτι ευάλωτο πάνω της. Η Σαφένια ξέρεις πώς είναι. Σαν να τα έχει τακτοποιήσει όλα μέσα της».

Η Φενιλέη συνέχισε προσπαθώντας να διατηρήσει τη φωνή της σταθερή.

«Μετά είναι ο Μαγιστέρης».

«Ο Μαγιστέρης, βέβαια. Τα μάτια του βλέπουν πέρα από εμάς».

«Ναι» ψιθύρισε η Φενιλέη αποφεύγοντας να τον κοιτάξει «Και ας μην ξεχνάμε τον Ταλαίπωρο».

«Που οι γονείς του…» μονολόγησε με χαμένο ύφος δίχως να ολοκληρώσει την πρότασή του. «Και εκείνος είναι σχεδόν στο ίδιο επίπεδο ευφυΐας με τη Σαφένια. Μάλιστα, τώρα δένουν όλα. Πώς δεν το είχα αντιληφθεί τόσο καιρό; Είναι τέσσερις».

Η Φενιλέη ένευσε αφηρημένη –κάτι άλλο την απασχολούσε. Αναρωτιόταν αν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να μάθει.

«Και η δική σου παρέα, Αρεμάχη;» ρώτησε διστακτικά. «Έτσι ήταν;»

«Μάλλον όχι. Γι’ αυτό πήγαν όλα στραβά» ψέλλισε.

Δεν τόλμησε να ρωτήσει τίποτα άλλο, εξάλλου δύσκολα θα της απαντούσε. Καλύτερα να μην τον ζόριζε. Φαινόταν ότι ήθελε να μείνει μόνος του. Βγήκε στον κήπο βιαστικά. Ξαφνικά ένιωσε την ανάγκη να δει την κόρη της. Τη βρήκε δίπλα σ’ έναν θάμνο να παρατηρεί μια πολύχρωμη πεταλούδα. Στάθηκε κοντά της και της χάιδεψε τα μαλλιά. Η Σαφένια τής χαμογέλασε στοργικά. Η μαμά φαινόταν πολύ σοβαρή μερικές φορές. Θα έπρεπε να χαμογελάει περισσότερο, ειδικά για όσο καιρό θα είχαν ηρεμία.

* * *

«Θέλεις να παίξουμε;»

«Ναι, ας πετάμε την μπάλα η μία στην άλλη».

«Τι ανοησία, λες και είμαστε κοριτσάκια».

«Μην ξεχνάς ότι αυτό περιμένουν οι μεγάλοι από εμάς. Κι ύστερα, δεν είμαστε και τόσο μεγάλες».

Την τελευταία φράση ακολούθησε ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο.

«Άρα, πρέπει να χαμογελάμε κιόλας, για να είμαστε πιο πειστικές».

«Ναι, πρέπει να φαινόμαστε χαρωπές. Έλα, πιάσε την μπάλα. Η μητέρα σου μας παρακολουθεί από το παράθυρο».

«Ας παρακολουθεί, έτσι και αλλιώς δεν μπορεί να ακούσει».

«Λες να έχουν καταλάβει κάτι;»

«Μάλλον κάτι υποψιάζονται. Από τότε που τους έδειξα το δάκρυ με κοιτάζουν συχνά εξεταστικά».

«Άφησέ τους, δεν πρόκειται να βγάλουν άκρη. Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε; Τρία; Ή μήπως τέσσερα;»

«Πέντε είναι» είπε η Σαφένια στην Ψυχόρραγη χαμογελώντας.

  1. Οι εικόνες

Σκέφτηκε τους γονείς της λυπημένη. Πόσα λίγα ήξεραν τότε. Ή μήπως έτσι έδειχναν τελικά; Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να αντιληφθεί την οξυδέρκειά τους. Αναστέναξε μελαγχολικά. Το θαλασσινό αεράκι την επανέφερε στο παρόν.

Εδώ και καιρό τη βασάνιζε μία σκέψη. Το πλοίο χρειαζόταν μετατροπές, ώστε να κρύβονται πιο αποτελεσματικά. Ο Ροράνιος, ο καπετάνιος, είχε δηλώσει εξαρχής ότι με τοκαμουφλάζ και τους ελιγμούς τους θα ξεγελούσαν τους πάντες και όντως τα είχαν καταφέρει μια χαρά, μέχρις ότου τους επισκέφθηκαν δύο Επιστήμονες2 με το αερόπλοιό τους.

Η Σαφένια έσπαγε το κεφάλι της για ν’ ανακαλύψει πώς τους είχαν εντοπίσει. Προφανώς, οι Επιστήμονες εντόπιζαν καθετί αλλοπρόσαλλο που έπλεε στη θάλασσα, ακόμα και αν είχε το χρώμα της, όπως το πλοίο τους. Ίσως ν’ αντιλαμβάνονταν τη διαφορετική σύσταση πυκνότητας. Μα ναι, πώς δεν το είχε σκεφτεί πρωτύτερα; Το πλοίο είχε πιο πυκνή σύσταση από τη θάλασσα. Το μόνο που χρειάζονταν ήταν ένα κατάλληλο όργανο μέτρησης.

Ποιος είχε φτιάξει ένα τέτοιο όργανο; Οι ίδιοι οι Επιστήμονες ή κάποιος άλλος; Όσο και να παίδευε το μυαλό της, δεν κατέληγε πουθενά. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, όμως σύντομα οι σκέψεις της στράφηκαν αλλού· έπρεπε να προστατεύσει το πλήρωμα, τους επιβάτες αλλά και την ίδια. Άρχισε να αναζητά πιθανές λύσεις.

Άξαφνα, της ήρθε μια ιδέα: να μετατρέψουν το πλοίο σε υποβρύχιο. Οι Επιστήμονες θα δυσκολεύονταν να τους εντοπίσουν, αρκεί να συμφωνούσε το πλήρωμα.

Προφανώς, τα μέλη του θα έπρεπε να προσαρμοστούν σ’ έναν νέο τρόπο ζωής δίχως ήλιο, δίχως ουρανό ή σύννεφα και χωρίς να χάνεται το βλέμμα τους στον ορίζοντα. Και κυρίως χωρίς αλμύρα. Θα τα κατάφερναν; Τους έφερε στο μυαλό της έναν έναν. Μερικοί είχαν ανθρώπινη μορφή, άλλοι όχι. Ο Ριγέτος, για παράδειγμα, μια ζέβρα με κόκκινη στολή και χρυσά σιρίτια. Είχαν, επίσης, ένα ελάφι που περπατούσε προς τα πίσω, δύο ναύτες που ήθελαν να χάνουν συνεχώς στα ζάρια και διάφορους άλλους. Σε όλους άρεσε να ρουφάνε τον αέρα της θάλασσας. Μερικές φορές μάλιστα, η αλμύρα τούς έδινε θάρρος και αισιοδοξία στα δύσκολα.

Ίσως αν το υποβρύχιο αναπηδούσε στην επιφάνεια όπως τα δελφίνια για μια ρουφηξιά θαλασσινού αέρα και στη συνέχεια επέστρεφε πάλι στον βυθό. Ναι, όσο το σκεφτόταν τόσο περισσότερο της άρεσε. Ο Ροράνιος θα ενθουσιαζόταν στα σίγουρα. Τον έβλεπε ήδη να βροντοφωνάζει πόσο καλοδεχούμενες είναι οι περιπέτειες στο πλοίο τους, να λέει ιστορίες για τον βυθό και ταυτοχρόνως να της κλείνει με νόημα το μάτι.

Αεικίνητος ο Ροράνιος και τόσο ενθουσιώδης πάντα. Πάντα; Μα όχι, στο ορυχείο έδειχνε τελείως διαφορετικός. Η Σαφένια σκοτείνιασε. Στο ορυχείο; Πώς της ήρθε αυτό τώρα; Την έλουσε σύγκρυο. Άξαφνα, θυμήθηκε εκείνες τις εικόνες που είχαν προβληθεί στο μυαλό της όταν πρωτοέφτασε στο πλοίο: Ο Ροράνιος και το πλήρωμά του μέσα σε ένα ορυχείο. Όχι, όχι, δεν έπρεπε να τους δώσει χώρο, είχε άλλα πράγματα να σκεφτεί τώρα, το πλοίο και τις μετατροπές. Υποβρύχιο, ναι∙ να η λύση.

Να πάρει! Πάλι το ορυχείο. Το έβλεπε καθαρά τώρα, οι εικόνες κυρίευαν τη σκέψη της ακάθεκτες.

Τόσο καιρό τις είχε καταχωνιάσει σε μια γωνία του μυαλού της και πίστευε ότι τις έλεγχε, μέχρι εκείνη τη στιγμή που απέκτησαν δύναμη και επανεμφανίστηκαν επίμονα. Δεν είχε καταλήξει τι ακριβώς σήμαιναν, όμως δεν προμήνυαν τίποτα καλό. Γι’ αυτό κιόλας είχε αποφύγει να μιλήσει στον Ροράνιο, με την ελπίδα ότι όσο περνούσε ο καιρός, θα έβρισκε τη λύση. Και όμως ο καιρός περνούσε χωρίς να έχει βρει τίποτα.

Όλα ξεκίνησαν με το που έφτασε στο πλοίο του Ροράνιου μαζί με τους υπόλοιπους Κλειδοποιούς. Είχε προηγηθεί ένα δύσκολο ταξίδι μέσα σε μία μικρή βάρκα. Η Γαρνέλα, η επικεφαλής στο συμβούλιο των Κλειδοποιών, είχε επιμείνει ιδιαίτερα: Έπρεπε να ταξιδέψουν με τον απλούστερο τρόπο και όχι με κάποιο εξελιγμένο όχημα που θα τραβούσε την προσοχή. Η ομάδα της Σαφένιας είχε αμφιβολίες, όμως η Σαφένια δήλωσε σαν υπνωτισμένη ότι η βάρκα αποτελούσε την ιδανική επιλογή. Κανείς δεν τόλμησε να διαφωνήσει, η Σαφένια ήξερε πάντα. Ωστόσο, στο ταξίδι παρέμειναν βυθισμένοι στις σκέψεις τους μιλώντας ελάχιστα μεταξύ τους.

Σύντομα έφτασαν στο πλοίο. Είχαν ακούσει ότι το πλοίο του Ροράνιου έπαιρνε το χρώμα της θάλασσας, το θέαμα όμως τους εντυπωσίασε. Ένα θαλασσί καράβι με κατάρτια στο χρώμα του ουρανού τούς περίμενε. Όλη η υφή, το υλικό του έδειχνε ρευστό, σχηματίζοντας μικρούς κυματισμούς. Φάνταζε σαν ένα λεπτό ύφασμα που ανατρίχιαζε κάτω από τα χάδια του αέρα. Αρχικά, δεν διέκριναν κανέναν, νόμιζαν ότι το πλοίο απλώς έπλεε ακυβέρνητο, σύντομα όμως διάφορες χαρωπές φιγούρες ξεπρόβαλαν από σχισμές κρυμμένες μέσα σε όλο το θαλασσί. Άθελά τους χαμογέλασαν και έσπευσαν να πλευρίσουν το πλοίο με τη μικρή τους βάρκα.

Καθώς η Σαφένια τράβηξε το φόρεμά της για να ανέβει με αργά βήματα τη σκάλα για το κατάστρωμα, ένιωσε κάποιον να την περιεργάζεται.

Ο καπετάνιος, σκέφτηκε ασυναίσθητα, κι ας μην τον είχε δει ποτέ ξανά.

Τη στιγμή που πήγε να κάνει ένα νεύμα ως δείγμα χαιρετισμού, ένιωσε το γνωστό τρέμουλο.

Να πάρει! Όχι τώρα, σκέφτηκε αλαφιασμένη.

Σφίχτηκε, όμως σύντομα συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να το καταπολεμήσει.

Κάνε κουράγιο, είπε στον εαυτό της.

Πήρε μια βαθιά ανάσα, ενώ το τρέμουλο δυνάμωνε. Λίγο πολύ γνώριζε τι θα επακολουθούσε. Θα έχανε επαφή με το περιβάλλον και θα μεταφερόταν νοερά σε μια άγνωστη τοποθεσία. Το σώμα της θα εξακολουθούσε να βρίσκεται στο κατάστρωμα του πλοίου, η ψυχή της όμως θα πήγαινε αλλού. Και όντως έτσι έγινε.

Μετά από λίγο βρέθηκε σ’ ένα ορυχείο με θολά τοιχώματα, σχεδόν διάφανα. Έριξε μια επιφυλακτική ματιά στο άγνωστο μέρος. Στο βάθος αναγνώρισε ορισμένα πρόσωπα. Ο Ροράνιος και οι σύντροφοί του με πρόσωπα καλυμμένα από μια πυρρόξανθη σκόνη είχαν εγκλωβιστεί σ’ ένα εφιαλτικό σκηνικό στα έγκατα της γης. Προσπάθησε να τους φωνάξει, αλλά απ’ το στόμα της δεν βγήκε ήχος, ούτε κατάφερε να κινηθεί, τα πόδια της παρέμεναν καρφωμένα στο έδαφος. Πήρε βαθιές ανάσες∙ έπρεπε να διατηρήσει την ψυχραιμία της, ώστε ν’ αντλήσει πληροφορίες.

Σχεδόν όλοι απ’ το πλήρωμα είχαν ένα ζωγραφισμένο χαμόγελο σαν των κλόουν, το οποίο ερχόταν σε αντίθεση με την κούραση και την πυρετώδη κατάσταση στο υπόλοιπο πρόσωπό τους: μάτια ορθάνοιχτα, κόρες διεσταλμένες, βλέμμα γεμάτο ένταση και αγωνία.

Δύο από τους ναύτες σταμάτησαν για λίγο να σπρώχνουν τα καρότσια τους. Ο ένας έκανε νεύμα στον άλλον και εκείνος με τη σειρά του έβγαλε έναν μικρό καθρέφτη από την τσέπη του. Ο πρώτος χαμήλωσε απότομα, για να κοιταχτεί. Έβγαλε μια γυάλινη τσατσάρα και χτενίστηκε βιαστικά. Όταν τελείωσε, κράτησε τον καθρέφτη με τη σειρά του, για να φτιαχτεί και ο δεύτερος. Αφού σιγουρεύτηκαν ότι ήταν στην τρίχα, άρχισαν να πετάνε στάχτη στα μούτρα τους και να τρίβονται σαν να ήθελαν να καλύψουν κάτι. Μόλις βεβαιώθηκαν ότι απέκτησαν αρκετές μουντζούρες, συνέχισαν να σπρώχνουν τα καρότσια τους με το ίδιο εκνευριστικό χαμόγελο.

Το σκηνικό έμοιαζε με βασανιστικό όνειρο, όπως όταν κοιμάσαι και, ενώ γνωρίζεις ότι βρίσκεσαι σε κατάσταση ύπνου, αδυνατείς να ξυπνήσεις. Το ίδιο βίωνε η Σαφένια εκείνη τη στιγμή. Από τη μία ήθελε να επιστρέψει στο πλοίο, από την άλλη κάτι μέσα της την κρατούσε εκεί. Αναστέναξε παραδομένη και συνέχισε να παρατηρεί γύρω της με το βλέμμα στραμμένο στον Ροράνιο.

Ήταν σοβαρός, τόσο που σάστιζες. Έκανε συνεχώς νοήματα στους ναύτες για το πώς να εκτελέσουν τη δουλειά τους. Όλοι ανοιγόκλειναν το στόμα τους νευρικά, δίχως να ακούγεται κάποια φωνή. Ειδικά οι ναύτες βρίσκονταν σε πυρετώδη κατάσταση, καθώς προσπαθούσαν να γυρίσουν γιγαντιαίους τροχούς και γρανάζια με τη βοήθεια τεράστιων κονταριών. Κάποιοι βρίσκοντανανάμεσα στους τροχούς, πασχίζοντας να τους γυρίσουν ακόμα πιο γρήγορα με τα χέρια τους. Ο ένας έμοιαζε με ζέβρα, τι παράξενο.

Η Σαφένια ταράχτηκε. Πρέπει να πονούσαν αφόρητα και όμως κανείς δεν έκανε κίνηση για να τους ελευθερώσει. Τέντωσε τα αυτιά της, για να βεβαιωθεί. Πάλι απόλυτη ησυχία, σαν να υπέφεραν στα βουβά. Τι φριχτή εικόνα. Ο Ροράνιος συνέχισε να κουνάει τα χέρια του έντονα υποδεικνύοντας την κατεύθυνση όπου έπρεπε να γυρίσουν οι τροχοί. Η Σαφένια έστρεψε το κεφάλι της προς τα δεξιά για να δει τι εξυπηρετούσε ο μηχανισμός με τα τεράστια γρανάζια και τους διάφορους σωλήνες, μικρότερους ή μεγαλύτερους. Στο τέλος του διέκρινε έναν μικρότερο σωλήνα, από τον οποίο έσταζαν σταγόνες ενός λευκόχρυσου υγρού. Πλησίασε για να το δει καλύτερα, αλλά το σκηνικό άρχισε να ξεθωριάζει, μέχρι που έσβησε.

«Πρέπει να είσαι η Σαφένια, αν δεν κάνω λάθος. Καλωσορίσατε, ελάτε να σας ξεναγήσω».

Η παιχνιδιάρικη φωνή του Ροράνιου την επανέφερε στην πραγματικότητα. Τίποτα γύρω της δεν θύμιζε το κλειστοφοβικό μέρος που σκίαζε το μυαλό της. Πλέον πατούσε πάνω στο πλοίο, όχι μόνο με το σώμα αλλά και με την ψυχή της.

«Καλώς σας βρήκαμε, καπετάνιε. Έχω ακούσει πολλά για εσάς. Είμαι βέβαιη ότι θα συνεργαστούμε θαυμάσια».

«Μπορείς να με λες Ροράνιο. Όλοι σας, δηλαδή» πρόσθεσε. «Το κλίμα στο καράβι μας είναι πολύ φιλικό, σχεδόν οικογενειακό». Ήταν ιδέα της ή όντως την κοίταξε έντονα στην τελευταία φράση; «Ελάτε από εδώ» έκανε πρόσχαρα «να σας δείξω τα κατατόπια».

Η Σαφένια αναστέναξε. Δεν είχε περάσει μέρα που να μη βασάνιζε το μυαλό της με το τι σήμαιναν αυτές οι εικόνες. Επικρατούσαν δύο ερμηνείες, το ίδιο δυσάρεστες. Εκτός και αν… Αναρωτήθηκε μήπως ο Ροράνιος είχε καταλάβει κάτι. Μέχρι τότε το θεωρούσε δεδομένο ότι δεν είχε πάρει είδηση τίποτα, περισσότερο επειδή τη βόλευε. Ωστόσο, αποκλείεται να μην είχε προσέξει τη χλομάδα της κι ας μην είχε κάνει το παραμικρό σχόλιο. Μόνο φερόταν άνετα, υπερβολικά άνετα.

Έσμιξε τα φρύδια της και ξεκίνησε για την καμπίνα του με ζωηρό βήμα. Τον βρήκε να παίζει ναυμαχία μαζί με τον Ριγέτο. Μόλις είδε ν’ ανοίγει την πόρτα φουριόζα, παραλίγο να πέσει από την καρέκλα του. Παρ’ όλο που είχαν περάσει πολλά μαζί, του δημιουργούσε πάντα μια νευρικότητα, ειδικά όταν την έβλεπε ανέκφραστη. Πετάχτηκε ευθύς όρθιος με μια άγαρμπη προσπάθεια να ανοίξει τα χέρια του καλοσυνάτα.

«Καλώς τη Σαφένια μας. Μήπως θα ήθελες να παίξεις και εσύ;»

«Μια άλλη στιγμή. Για πες μου όμως, θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Θυμάσαι πότε με είχες δει για πρώτη φορά;»

Ο Ροράνιος ένιωσε κεραυνοβολημένος. Φυσικά και θυμόταν, αλλά πώς της είχε έρθει μετά από τόσο καιρό.

«Μα ναι, εννοείται. Ξεχνιέται κάτι τέτοιο;»

Προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο.

«Και; Τι έγινε τότε;»

«Τι εννοείς, Σαφένια μου; Τι να έγινε; Σας καλωσόρισα στο πλοίο και μετά σας ξενάγησα». Κοντοστάθηκε για λίγο με ένα πονηρό χαμόγελο. «Φυσικά εντυπωσιάστηκα από τη γοητευτική σου παρουσία». Το παγωμένο βλέμμα της δεν του άφησε περιθώρια να συνεχίσει τον συλλογισμό του. «Να σου πω, ναυμαχία έχεις παίξει ποτέ; Ή μήπως φοβάσαι ότι θα χάσεις;» συμπλήρωσε παιχνιδιάρικα.

«Αργότερα» έκανε κοφτά μ’ ένα εκνευρισμένο νεύμα.

Ο Ροράνιος ανησύχησε.

«Παρατήρησες κάτι παράξενο την ώρα που ανέβαινα στο πλοίο; Μάλλον ακριβώς τη στιγμή που ανέβηκα. Μήπως είχα χλομιάσει υπερβολικά; Ξέρεις τι εννοώ» συμπλήρωσε συνοφρυωμένη.

Όλοι ήξεραν τι εννοούσε, όπως επίσης γνώριζαν ότι η Σαφένια απέφευγε να αναφέρεται στις «κρίσεις χλομάδας» της. Ο Ροράνιος παρακολουθούσε ανέκφραστος.

«Όχι, δεν παρατήρησα τίποτα τέτοιο. Ήσουν μια χαρά».

«Ναι, Σαφένια. Το θυμάμαι κι εγώ» συμπλήρωσε ο Ριγέτος.

«Μάλιστα, καλώς. Βέβαια έχω άλλη μια απορία».

Οι δυο τους κράτησαν την αναπνοή τους. Η φωνή της είχε μια απειλητική χροιά. Τι να της ήρθε πάλι;

«Μήπως έχετε σκοπό να εξερευνήσετε κάποιο ορυχείο ή σπήλαιο;» ρώτησε με διερευνητικό ύφος.

«Μα τι δουλειά έχουμε εμείς με ορυχεία; Στεριανοί είμαστε; Καλό και τούτο. Άκουσες, Ριγέτο;»

«Άκουσα, καπετάνιε. Σαφένια, δεν μας αρέσει η στεριά, την αποφεύγουμε. Λέω να συνεχίσουμε το παιχνίδι μας. Θέλεις να παίξεις;»

Τα λόγια του την ανακούφισαν. Ναι, τα ορυχεία δεν ήταν για αυτούς, και έτσι έπρεπε να παραμείνει. Άρα είχε κάνει λάθος; Μήπως ήταν οι φόβοι της; Έπρεπε να το σκεφτεί καλύτερα, με ησυχία.

«Μια άλλη φορά, νιώθω κουρασμένη τώρα. Θα σας αφήσω να συνεχίσετε. Ροράνιε, πρόσεχε, θα καταποντιστείς».

«Αποκλείεται να χάσω, θα το δεις. Αν και μάλλον όχι, αφού προτιμάς ν’ αποσυρθείς» μουρμούρισε ακολουθώντας τη με το βλέμμα του καθώς έφευγε.

Θυμήθηκε πόσο ωχρή είχε γίνει, όταν την είχε δει για πρώτη φορά. Κράτησε ελάχιστα, για λίγα δευτερόλεπτα είχε γίνει σχεδόν διάφανη, όπως πολύ αργότερα στην πόλη της Ανταριασμένης. Αναστέναξε μελαγχολικά.

«Ριγέτο, δεν τα βλέπω καλά τα πράγματα».

«Πώς να τα δεις, αφού χάνεις. A, εννοείς… Λες να το κατάλαβε; Τι ήταν αυτό με το ορυχείο;»

«Μακάρι να ήξερα. Λες και δεν την ξέρεις πόσο τα μπερδεύει όλα. Ελπίζω πάντως να το ξεχάσει, ό,τι και αν είναι».

Εντωμεταξύ η Σαφένια είχε επιστρέψει στην καμπίνα της. Κοιτούσε γύρω της ανήσυχη, έπρεπε να βρει κάτι να ξεχαστεί. Τότε πρόσεξε ένα βιβλίο πάνω στο κομοδίνο της. Τελευταία το είχε παραμελήσει, ευκαιρία να το συνέχιζε. Ξεκίνησε να διαβάζει, αλλά κάτι την ενοχλούσε. Η πρόταση «Μερικά θραύσματα έχουν ιδιαίτερη σημασία» είχε αντιρρήσεις, φαίνεται ότι δεν ήθελε να τη διαβάσουν. Όσο και να προσπαθούσε η Σαφένια δυσκολευόταν να προχωρήσει, αφού τα γράμματα είχαν αποκτήσει ζωή και σηκώνονταν από το χαρτί σχηματίζοντας μπροστά στα μάτια της ακατανόητες λέξεις και φράσεις: «ασημασία, κράκ-άσματα, αδιάφορη σημασία».

«Όχι» ψιθύρισε και έκανε να τα πιάσει, να τα βάλει στη θέση τους.

«Όχι» αποκρίθηκαν και εκείνα συνεχίζοντας να χορεύουν.

«Πότε;» ρώτησε διστακτικά.

«Σύντομα» της απάντησαν.

«Θα είναι το τέλος;»

Η φωνή της έτρεμε.

«Η αρχή».

Τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα –τόσο συνεπαρμένη από το θέαμα που είχε ξεχάσει τον φόβο της. Ούτε καν κατάλαβε ότι πλέον δεν ακουμπούσε στο έδαφος.

Είχε γυρίσει πάλι στο ίδιο μέρος, τώρα όμως μαζί με το σώμα της. Ταξίδευε άθελά της ή έτσι νόμιζε; Στεκόταν χαμένη, δίχως να τολμάει να κάνει έστω ένα βήμα. Γύρω της μικρά πλάσματα ντυμένα με κουρέλια έσπρωχναν καροτσάκια με σοβαρό ύφος, σαν να εκτελούσαν μια σπουδαία εργασία. Το να σπρώχνεις καρότσια μέσα στα έγκατα της γης ανάμεσα σε λαγούμια που έρεε ένα ζεστό παχύρρευστο υγρό, ήταν για τα πλασματάκια σπουδαίο.

«Είμαστε δίπλα σου, είμαστε μακριά σου.

Η ζωή μας κρέμεται από την προσπάθειά σου.

Δεν μας τρομάζει, ούτε μας συνετίζει,

Σύντομα, μετά από πολύ καιρό,

και εσύ εδώ θα καταλήξεις».

Αφού ολοκλήρωσαν το τραγουδάκι τους, γέλασαν πονηρά το ένα στο άλλο συνεχίζοντας να σπρώχνουν τα καρότσια. Το ένα πλασματάκι, ο Λάβαρης, κοντό μεν αλλά γεροδεμένο με δυνατά μπράτσα, φορούσε μαλακές μπότες με πέτσινα κορδόνια σφιγμένα γερά γύρω από τη γάμπα του. Αν και κάτασπρες, οι μπότες του φαίνονταν πεντακάθαρες. Η γενειάδα του έφτανε έως το έδαφος και του προσέδιδε κύρος. Είχε, επίσης, μια κοτσίδα ψηλά στο κεφάλι του πιασμένη με τρία λαστιχάκια σε περίπου ίσες αποστάσεις το ένα από το άλλο.

Ο αρχηγός τους το δίχως άλλο, αφού έδινε τον ρυθμό καθοδηγώντας τους υπόλοιπους. Έσπρωχνε και ο ίδιος τα καρότσια, από όπου ξεχείλιζαν διάφορα αχνιστά υλικά που μεταβάλλονταν και στη συνέχεια πετάγονταν στον αέρα σχηματίζοντας μορφές. Ένας αχνός ξεστράτισε προς το μέρος της αγγίζοντας το δέρμα της σαγηνευτικά. Ένιωσε το σώμα της να απελευθερώνεται. Πλησίασε ένα καροτσάκι για να διαπιστώσει έκπληκτη ότι το υγρό στο εσωτερικό του σχημάτισε μια χρυσαφένια νεράιδα με χρυσοχάλκινο χρώμα και μάτια με όλο το μπλε του κόσμου τους. Τα μαλλιά της δημιουργούσαν φλόγες, ενώ το υλικό του χυτού φορέματός της έμοιαζε με υγρό χρυσάφι· απλωνόταν γύρω της σαν να φυσούσε ένα ελαφρύ αεράκι.

«Καλώς τη Σαφένια μας» αναφώνησε χαρωπά το νεραϊδάκι και το προσωπάκι του άστραψε ακόμα περισσότερο. Χρυσαφένιες σπίθες πετάχτηκαν ολόγυρά της.

«Γεια σου! Μα πώς με ξέρεις; Πρώτη φορά συναντάω φλεγόμενη νεράιδα. Αν είσαι νεράιδα, βέβαια. Γιατί, αν κατάλαβα καλά, μόλις τώρα δημιουργήθηκες απ’ το υλικό στο καροτσάκι, έτσι δεν είναι;»

Η Σαφένια έδειχνε απορημένη, αλλά ταυτοχρόνως διασκέδαζε‧ το νεραϊδάκι φαινόταν συμπαθέστατο.

«Αλήθεια, Σαφένια, είναι άραγε έτσι όπως τα λες; Μην ξεχνάς ότι αυτό που για σένα φαντάζει ως λίγα λεπτά, μπορεί να αποτελεί τη μισή μου ζωή. Ποιος μπορεί να κατανοήσει τον χρόνο, μια έννοια ασύλληπτη ακόμα και για το πιο γερό μυαλό;»

Το νεραϊδάκι κρυφογέλασε σαν να είπε κάποιο πονηρό αστείο. Έκρυψε για λίγο το μουτράκι του με το χέρι του σαν να ντρεπόταν.

Παράξενο, σκέφτηκε η Σαφένια. Μα να ακούσει μια τόσο σοφή κουβέντα από ένα στιγμιαίο φλογερό νεραϊδάκι!

Μια φλόγα πετάχτηκε άξαφνα, μια φλόγα τόσο μεγάλη, όσο τα έγκατα της γης με τρομερό μέγεθος. Θα περίμενε κανείς ότι στο πέρασμά της θα έκαιγε τα πάντα και δεν θα έμενε τίποτα ανέπαφο.

«Η φλόγα βγήκε μέσα από τα έγκατα,

θριαμβευτικά μας άγγιξε.

Είναι ένα από τα στοιχεία…»

Ένας γδούπος ακούστηκε. Η Σαφένια προσγειώθηκε με ορμή στο πάτωμα της καμπίνας. Σηκώθηκε με κόπο βαστώντας την πλάτη της καρέκλας ενώ το βλέμμα της έπεσε πάνω στον καθρέφτη.

Πώς είμαι έτσι, σκέφτηκε, δείχνω πολύ ταλαιπωρημένη.

Σήκωσε το χέρι της ασυναίσθητα προς το αριστερό της μάγουλο. Το δέρμα της είχε αγριέψει. Στη συνέχεια γλίστρησε προς τη βάση του λαιμού.

Μεγαλώνω.

Στράφηκε στο τραπέζι και πήρε το βιβλίο στα χέρια της. Τα γράμματα είχαν επανέλθει στη θέση τους. Περίμενε μήπως άρχιζαν πάλι να χορεύουν, αλλά τίποτα. Το έκλεισε απότομα –δεν ήθελε να δει τίποτα άλλο από το εσωτερικό του–, ωστόσο το έσφιξε πάνω στο στήθος της με μια απότομη κίνηση. Όποιος γνώριζε τη Σαφένια θ’ αλαφιαζόταν. Το σώμα της πήρε μια σκυφτή στάση, σε θέση άμυνας, ενώ το βλέμμα της σάρωνε τα πάντα γύρω της καχύποπτα. Είχε πάρει την απόφασή της, δίχως να μιλήσει με κανέναν, ούτε με τους συντρόφους της, τους Κλειδοποιούς, αλλά ούτε και με τον Ροράνιο. Κυρίως μ’ εκείνον δεν χρειαζόταν να πει κουβέντα. Έπρεπε να φύγει το γρηγορότερο.

Γλίστρησε στο κατάστρωμα αθόρυβα. Συνάντησε έναν μούτσο να περπατάει πάνω κάτω αγναντεύοντας τη θάλασσα. Αυτό της έλειπε τώρα, ένας ευσυνείδητος μούτσος.

«Μπορείς να πας για κανελόχρυσο» τον πρόσταξε ήρεμα. «Ή για ύπνο αν προτιμάς. Θα πάρω τη θέση σου».

«Θα προτιμήσω το κανελόχρυσο, Σαφένια. Σ’ ευχαριστώ. Όμως θα μείνεις μόνη σου εδώ;»

«Περιμένω τον Ροράνιο».

Ο ναύτης ένευσε και έφυγε με γοργό βήμα. Η Σαφένια κατευθύνθηκε σε μία από τις βάρκες που χρησιμοποιούσαν για να ξεμπαρκάρουν στη στεριά. Ήταν όλες τους μικρές και εύχρηστες, χωρίς κάτι ιδιαίτερο, εκτός από μία. Η συγκεκριμένη διέφερε, αφού τη μαστόρευε τα βράδια όταν όλοι κοιμούνταν. Για την ακρίβεια δεν τη μαστόρευε απλώς, αλλά την τροποποιούσε. Ίσως και να τη μεταμόρφωσε ολοκληρωτικά, αφού στο τέλος δημιούργησε μια κάψουλα πολλαπλών μορφών και χρήσεων χωρητικότητας τεσσάρων ατόμων, που αποκτούσε τη μορφή της με το πάτημα μερικών κρυφών κουμπιών.

Έριξε μια ματιά γύρω της και στη συνέχεια τοποθέτησε τα δάχτυλά της στο δεξί κοίλωμα στο πίσω μέρος της. Πάτησε τα κουμπιά σε έναν συνδυασμό που ήταν αδύνατον να ανακαλύψει κάποιος, και μέσα σε δύο λεπτά η βάρκα μετατράπηκε σε μια μεταλλική κάψουλα με σκούρο πράσινο χρώμα και χρυσές σκαλιστές λεπτομέρειες να την πλαισιώνουν. Στο μπροστινό μέρος δέσποζε ο θόλος της, μ’ ένα αχνό γαλαζωπό χρώμα. Αν πατούσες έναν δεύτερο συνδυασμό κουμπιών, η κάψουλα αποκτούσε μικρά λευκά μεταλλικά φτερά για να διασχίζει τον αέρα.

Στάθηκε για να την καμαρώσει. Για λίγο αναρωτήθηκε τι κατασκεύαζε καλύτερα, κλειδιά ή οχήματα; Σκοτείνιασε, είχε τις αμφιβολίες της αν τα κατάφερνε εξίσου καλά με τα κλειδιά. Συχνά αναρωτιόταν μάλιστα μήπως τα είχε κάνει θάλασσα. Ίσως οι Κλειδοποιοί να της έδειξαν υπερβολική εμπιστοσύνη και όλη η εμμονή τους για το πόσο ξεχωριστή ήταν να της είχε κάνει κακό. Μπορεί κάποιος άλλος από τη φυλή της να είχε περισσότερες ηγετικές ικανότητες από την ίδια. Ώρες ώρες το ευχόταν.

Οι Κλειδοποιοί, πλάσματα γοητευτικά και εξαιρετικά ικανά, ξεχώριζαν ανάμεσα στις υπόλοιπες φυλές. Ευφυείς, πολυμήχανοι αλλά και ιδιαίτερα μετρημένοι περνούσαν τον καιρό τους με κατασκευές, αφού ήθελαν πάντα να δημιουργούν και να προσφέρουν, δίχως να αποζητούν την αναγνώριση. Χαρακτηριστικές τους κατασκευές αποτελούσαν τα κλειδιά που ανοίγουν… Πόρτες, θα έλεγε κάποιος αυθόρμητα. Εδώ, ωστόσο, ξεκινούσε το αλλόκοτο. Τα συγκεκριμένα κλειδιά δεν άνοιγαν μόνο πόρτες που οδηγούν σε κτήρια με σκοτεινό ψυχισμό, αλλά και σφραγισμένες καρδιές και ποιος ξέρει τι άλλο ακόμα.

Στο παρελθόν οι Κλειδοποιοί έστειλαν τη Σαφένια μαζί με άλλα επίλεκτα μέλη της φυλής τους στο πλοίο του Ροράνιου με αποστολή να φτιάξουν ισχυρά κλειδιά, πράγμα καθόλου απλό, αφού μπορεί να έφτιαχναν εκατό, αλλά να προέκυπτε μονάχα ένα κατάλληλο. Συχνά δυσκολεύονταν και οι ίδιοι να το διακρίνουν άμεσα, και αυτό επειδή, συνήθως, το κλειδί αποκτούσε τις ιδιότητές του στα κατάλληλα χέρια. Έπρεπε λοιπόν, ανάμεσα σε άλλα να εντοπίσουν και τα κατάλληλα χέρια.

Η Σαφένια, βέβαια, ήξερε ότι αργά ή γρήγορα θα ερχόταν στο πλοίο τους το κατάλληλο άτομο. Περίμενε να τους επισκεφτεί από την πόλη της Ανταριασμένης μια παράξενη κοπέλα, η Αναθαρριασμένη. Η Ανταριασμένη και η Αναθαρριασμένη. Και φυσικά υπήρχε η Εκ-φοβισμένη, η δασκάλα. Έμοιαζαν πολύ αυτά τα ονόματα, σε μπέρδευαν.

Εκείνη την ώρα πάντως είχαν ανάγκη την Αναθαρριασμένη, χρειάζονταν τον ψυχισμό της, το σθένος της και την περίμεναν. Όταν έφτασε, η Σαφένια επέλεξε για εκείνη ένα ιδιαίτερα δυνατό κλειδί και η Αναθαρριασμένη το εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο. Γιατί να απορεί, μα γι’ αυτό δεν της το είχε δώσει εξάλλου; Η Σαφένια τινάχτηκε. Πρώτη φορά πέρασε η συγκεκριμένη σκέψη απ’ το μυαλό της. Ώστε το είχε κάνει επίτηδες; Ναι, επίτηδες. Όχι, όχι. Δηλαδή ούτε και η ίδια ήξερε.

Η Αναθαρριασμένη είχε παγώσει τον χρόνο με παραλίγο ολέθριες συνέπειες, αφού άρχισε να αμφιταλαντεύεται. Ή μήπως ήταν απαραίτητο; Πλέον δεν σκεφτόταν λογικά. Οι σκέψεις της έτρεχαν πιο γρήγορα από την ίδια. Όποτε το συζητούσε με τον Ροράνιο, προσπαθούσε να την καθησυχάσει.

«Όλοι κάνουμε λάθη, Σαφένια, πώς να είμαστε σίγουροι τι θα είχε συμβεί σε άλλη περίπτωση; Ενεπλάκησαν τόσα πρόσωπα και τόσοι αστάθμητοι παράγοντες».

«Έπρεπε να το προβλέψω. Έπρεπε να είχα λάβει υπόψη μου κάθε πιθανότητα».

«Σαφένια, έχεις ισχυρή διαίσθηση, όμως είναι αδύνατο να προβλέψεις τα πάντα. Μην τα μπερδεύεις, είσαι πολύ αυστηρή με τον εαυτό σου. Εξάλλου ποιος είναι αλάθητος; Κανένας μας». Έμεινε σιωπηλός για λίγο προσπαθώντας να βρει το θάρρος για την επόμενη ερώτηση. «Από καιρό ήθελα να σε ρωτήσω γιατί να της δώσεις το συγκεκριμένο κλειδί. Είχες και άλλο, αν θυμάμαι καλά, που θα μας εξυπηρετούσε».

«Μόνο εκείνο ταίριαζε στην Αναθαρριασμένη. Ίσως μονάχα η Αναθαρριασμένη να του ταίριαζε. Πώς να το εξηγήσω. Σαν να με καθοδήγησε το κλειδί πάνω της».

Έμεινε αμίλητη για λίγα δευτερόλεπτα. Στη συνέχεια σήκωσε τα μάτια της διστακτικά.

«Ξέρεις, καμιά φορά τα κλειδιά με τρομάζουν».

Έδειχνε φοβισμένη, όσο φοβισμένη γινόταν να δείχνει η Σαφένια που σπανίως άφηνε κάποιο συναίσθημα να γίνει αντιληπτό από τους άλλους.

Ο Ροράνιος δεν είπε τίποτα παρά μόνο την κοιτούσε με το βαθύ βλέμμα. Το είχε δει ξανά όταν είχε πάει εσπευσμένα μαζί με το πλήρωμα στην πόλη της Ανταριασμένης, για να διορθώσει τα πράγματα. Μόλις τον πλησίασε, αντίκρισε ένα βλέμμα γεμάτο αγωνία και σοβαρότητα, αταίριαστο με τον ανέμελο χαρακτήρα του. Ανησυχούσε, όχι μόνο για την έκβαση της ιστορίας αλλά και για την ίδια, κάτι που την ενοχλούσε και την έκανε ακόμα πιο κλειστή. Ο Ροράνιος, οι γονείς της, και γενικότερα όσοι τη γνώριζαν, τη θεωρούσαν ιδιαίτερα ευάλωτη παρ’ όλες τις ικανότητές της. Συχνά είχε την αίσθηση ότι είχαν συνεννοηθεί όλοι τους στα κρυφά για να την προστατεύουν. Εκείνη όμως δεν χρειαζόταν κανενός είδους προστασία. Αντιθέτως, αποζητούσε την ανεξαρτησία της, ήθελε να ζει μόνη. Προφανώς είχε έρθει εκείνη η ώρα. Ο Ροράνιος και το πλήρωμα θα τα έβγαζαν πέρα μόνοι τους.

Κοντοστάθηκε για λίγο.

Ίσως θα έπρεπε να του εξηγήσει. Προσπάθησε να σκεφτεί την αντίδρασή του, όμως της ήρθε μια ανάμνηση απρόσκλητη μεν αλλά καθοριστική.

Είδε τον εαυτό της να πετάγεται μέσα από ένα κομμάτι του χώρου που είχε σκιστεί στα δύο σαν φλούδα, λες και κάτι την είχε σπρώξει δυνατά προς το πάτωμα.

«Σαφένια, είσαι καλά;» φώναξε η Ψυχόρραγη τρέμοντας ολόκληρη. «Τι συνέβη; Άργησες!»

«Ούτε ξέρω. Παραλίγο να εγκλωβιστώ, νόμιζα ότι δε θα επέστρεφα. Σε περίμενα» είπε ενώ την κοιτούσε έντονα.

«Κάτι συνέβη» πάσχιζε να εξηγήσει η Ψυχόρραγη, αλλά μπέρδευε τα λόγια της. «Ήμουν εδώ. Να, εδώ, δεν κουνήθηκα καθόλου, αλήθεια σου λέω! Μετρούσα τις στιγμές, έκανα ό,τι μου είχες πει. Και ξαφνικά όλα πάγωσαν. Σαν να μην υπήρχε ζωή πια».

Η Σαφένια σηκώθηκε απότομα και τίναξε το φουστάνι της για να φύγει η στάχτη από πάνω του.

«Χρησιμοποίησες το κλειδί;»

Η φωνή της πλέον ακουγόταν ήρεμη σαν να είχε αποδεχτεί το γεγονός.

«Προσπάθησα, αλλά είχα μουδιάσει, δεν μπορούσα ν’ αντιδράσω».

Δεν είχε λόγο να την αμφισβητήσει, έβλεπε την αγωνία στα μάτια της.

Ώστε έφτασαν μέχρι εκεί, σκέφτηκε.

«Πόση ώρα πέρασε; Νιώθω σαν να έλειπα καιρό».

Η Ψυχόρραγη κοίταξε το ρολόι της. Έσμιξε τα φρύδια της και το έφερε κοντά στα μάτια της νευρικά για να βεβαιωθεί.

«Κάτι δεν πάει καλά.Είναι σαν να μην έχει περάσει ούτε ένα λεπτό».

Η Σαφένια επανήλθε στην πραγματικότητά της αναστατωμένη. Κρύος ιδρώτας την έλουσε, δεν υπήρχε καιρός για χάσιμο, οι σκέψεις τη βασάνιζαν· το παρελθόν ήταν στενά συνδεδεμένο με το μέλλον. Ή μήπως το ξεπερνούσε;

Αποφάσισε να φύγει για να βρει κάτι. Όμως ήταν αλήθεια; Έφυγε όντως για να βρει κάτι ή για να αποφύγει τον εαυτό της ανάμεσα στους άλλους; Τα λάθη μοιάζουν πιο έντονα όταν βρισκόμαστε ανάμεσα σ’ εκείνους που επηρέασαν. Τότε τα ακούμε συνεχώς, ακόμα και αν οι άλλοι δεν μας τα υπενθυμίζουν, αφού η αίσθηση του λάθους έχει μείνει μέσα μας έχοντας αφήσει το απoτύπωμά της.

Ορισμένοι επιλέγουν να φύγουν για να διορθώσουν το λάθος, είτε επειδή νομίζουν ότι το αποτύπωμα θα γίνει πιο αχνό είτε ότι όλα θ’ αλλάξουν. Συνήθως δεν αλλάζει τίποτα, αφού όσοι φεύγουν, γυρίζουν ίδιοι όπως και πριν.

Η κάψουλα ταξίδεψε μακριά. Στη διάρκεια του ταξιδιού της συνάντησε πολλές διαφορετικές υφές του νερού, και πολλούς κατοίκους του. Η θάλασσα και τα όντα της, παρ’ όλες τις διαφορές τους, γνωρίζονταν τόσο καλά μεταξύ τους ώστε απόρησαν με την ξαφνική εμφάνιση του ξένου σώματος. Έτσι λοιπόν η θάλασσα αποφάσισε να δοκιμάσει το όχημα που γλιστρούσε μέσα της με τόση άνεση. Σύντομα φανέρωσε τις διαφορετικές διαθέσεις της, με σκοπό να διαπιστώσει αν η κάψουλα θ’ αντιδρούσε.

Μέσα σε δευτερόλεπτα από ήρεμη μετατράπηκε σε μανιασμένη σχηματίζοντας στο εσωτερικό της κεκλιμένους υδάτινους στρόβιλους που κατευθύνθηκαν καταπάνω της μ’ ένα υπόκωφο βουητό. Η Σαφένια καθόλου δεν πτοήθηκε, μόνο βούτηξε μέσα και διέσχισε αριστοτεχνικά τη διάμετρό του σπειροειδώς σαν να συμμετείχε σ’ ένα ριψοκίνδυνο παιχνίδι. Αφού έφτασε στο βάθος, εκτινάχθηκε με μια επιδέξια κίνηση ξανά στο χείλος και συνέχισε να περιστρέφεται, ώσπου ο στρόβιλος διαλύθηκε.

Η στάση της κάψουλας προκάλεσε εντύπωση και η θάλασσα καταλάγιασε, μόνο πρόσκαιρα όμως∙ χρησιμοποίησε το ενδιάμεσο διάστημα για ν’ ανασυντάξει τις δυνάμεις της και να δημιουργήσει στον παράξενο επισκέπτη την ψευδαίσθηση της ηρεμίας. Κανείς δεν ξεμπέρδευε εύκολα μαζί της. Σύντομα προκάλεσε μικρές αναταράξεις, μικρούς υποθαλάσσιους σεισμούς, ενώ η σύνθεση του νερού πύκνωσε απότομα σε συγκεκριμένα σημεία γύρω της με σκοπό να την αιχμαλωτίσει. Η κάψουλα συνέχισε την πορεία της με ελαφριούς αλλά και πιο έντονους κραδασμούς, σκίζοντας ακόμα και την πυκνή επιφάνεια του νερού παίρνοντας κωνοειδή μορφή, δίχως όμως να επηρεαστεί. Έκανε μάλιστα και μερικούς μικρούς ελιγμούς δείχνοντας ότι το διασκέδαζε κιόλας, με χορευτικά στον ρυθμό που προσπαθούσαν να της επιβάλλουν. Εντέλει η θάλασσα επανήλθε στην αρχική της κατάσταση και υποδέχτηκε τη μικρή κάψουλα σαν ένα δικό της στοιχείο που είχε εμφανιστεί μετά από πολύ πολύ καιρό. Όποιος κρυβόταν μέσα στην κάψουλα γνώριζε τα μυστικά της.

Τα μυστικά της θάλασσας (μια ιστορία από άλλους καιρούς, ίσως μακρινούς)

Πριν από αιώνες η θάλασσα σκέπασε τα πάντα, χωρίς ν’ αφήσει ούτε μια μικρή επιφάνεια δίχως νερό, πολύ απλά γιατί θεώρησε ότι έπρεπε να κυριαρχήσει. Έδειξε λοιπόν τη δύναμή της. Είχε τη δυνατότητα να επιβληθεί σε κάθε στοιχείο της φύσης, αρκεί να το επιθυμούσε. Μάλιστα, πραγματοποίησε σχετικά εύκολα την απόφασή της, μιας και είχε την ιδιότητα να πυκνώνει και να αραιώνει τη σύνθεσή της όποτε το έκρινε απαραίτητο, αλλά και να αναγεννά νέα υδάτινα στοιχεία. Τις τεχνικές αυτές τις είχε καλλιεργήσει από χρόνια και, πλέον, μπορούσε να τις εφαρμόσει εύκολα, παρ’ όλο που το απέφευγε από σεβασμό προς τα υπόλοιπα στοιχεία.

Εκείνο τον καιρό ωστόσο, αισθανόμενη ότι δεν απολάμβανε την εκτίμηση που της άξιζε, αποφάσισε να καλύψει τα πάντα. Ήταν τόσο άδικο να πετάνε διάφορα άχρηστα αντικείμενα μέσα της και να ταλαιπωρούν τους κατοίκους της. Τι απογοήτευση να εκλαμβάνουν αυτοί από τον έξω κόσμο την ευγένεια και την ηρεμία τους ως δείγματα αδυναμίας. Ούτως ή άλλως, δεν είχαν δικαίωμα επάνω τους.

Ένας μεγάλος αριθμός νεκρών ψαριών ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Είχε έρθει η ώρα να τους δείξει τη δύναμή της καλύπτοντας τα πάντα τόσο γρήγορα και απόλυτα, ώστε να μην αφήσει κανένα περιθώριο αντίδρασης. Πολλές ζωές χάθηκαν· επιβίωσαν μόνο όσοι ζούσαν σε περιοχές όπου η στάθμη παρέμενε σχετικά χαμηλή.

Το αποτέλεσμα δικαίωσε τη θάλασσα. Προς στιγμή, σκέφτηκε ν’ αφήσει τα πράγματα έτσι. Ο κόσμος είχε περισσότερο ενδιαφέρον, κατά τη δική της άποψη πάντα, και σίγουρα η ίδια και οι κάτοικοί της απολάμβαναν την ηρεμία που τόσο τους είχε λείψει πρωτύτερα. Ωστόσο, ενώ η κατάσταση φάνταζε δίκαιη στα μάτια της, έμοιαζε άδικη σε άλλους.

Προτού καλά καλά περάσει ένα μεγάλο διάστημα ευημερίας, μέσα στον βυθό άνοιξε ένα κανάλι, από όπου εμφανίστηκε μια μυστηριώδης επισκέπτρια. Φορούσε μια παράξενη στολή μ’ ένα φωτεινό περίγραμμα ολόγυρά της. Από πίσω ακολουθούσαν άλλα τρία άτομα με παρόμοιες στολές. Πλησίασαν γρήγορα μια ομάδα πλασμάτων που είχαν επιβιώσει μέχρι στιγμής, αφού η στάθμη του νερού είχε φτάσει μόνο μέχρι τη μέση τους.

«Ποιοι είστε;» ψέλλισαν τρομοκρατημένα.

«Μη φοβάστε, θα σας βοηθήσουμε» φώναξε η πρώτη επισκέπτρια.

Με γρήγορες κινήσεις έβγαλαν μέσα από ένα σακούλι μικρές σφαίρες και τις εκτόξευσαν. Οι σφαίρες διαπέρασαν το προστατευτικό υλικό και μπήκαν σε τροχιά γύρω από τα πλάσματα δημιουργώντας ένα φωτεινό περίγραμμα σε καθένα.

«Τα κουκούλια θα σας προστατεύσουν, αρκεί να τα διατηρήσετε» εξήγησε ο ένας από τους τέσσερις, ένας πανύψηλος νεαρός. «Πηγαίνετε τώρα όσο πιο μακριά γίνεται. Γρήγορα, μη χάνετε χρόνο».

Οι κάτοικοι κοντοστάθηκαν αμήχανοι για λίγα δευτερόλεπτα, μέχρις ότου άκουσαν μια βοή. Το έβαλαν στα πόδια προς την αντίθετη κατεύθυνση σχηματίζοντας ένα μπουλούκι από φωτεινά κουκούλια που έτρεχαν άτσαλα μέσα στο νερό.

Οι επισκέπτες δεν έδωσαν σημασία, είχαν με κάτι σημαντικότερο ν’ ασχοληθούν. Στα χέρια τους κρατούσαν λεπτούς σωλήνες, με τους οποίους συνέλεγαν το νερό και το διοχέτευαν σ’ ένα μικροσκοπικό σακουλάκι φτιαγμένο από ρευστό σίδηρο. Σύντομα συσσωρεύτηκαν ωκεανοί ολόκληροι, ποτάμια και λίμνες. Παιδεύτηκαν για να τα καταφέρουν∙ η θάλασσα αντέδρασε βίαια, για να μη χάσει την κυριαρχία της. Με το που άρχιζαν να ρουφάνε ένα σημείο της, ορμούσε καταπάνω τους με μορφή θαλάσσιου τυφώνα και τους παρέσυρε πέρα μακριά. Τη μία προσπαθούσε να τους πνίξει, την άλλη απλώς να τους τρομάξει.

Η δύναμή σου υπερτερεί,

στην αρχή χάρηκες,

νόμιζες ότι έπεσες σε απαλό μετάξι,

τώρα δεν ξέρεις όμως τι να πεις,

μπροστά σου έχεις

το πιο σκληρό ατσάλι.

Ωραία τα λόγια τους, αλλά πώς θα κάλυπταν οι επισκέπτες όλα τα μέρη; Και όμως, είχαν την ιδιότητα να βρίσκονται άξαφνα απ’ το ένα σημείο στο άλλο δίχως προσπάθεια ή χωρίς να επηρεάζονται από την πίεση του νερού. Ακόμα και αν έχαναν προσωρινά τον προσανατολισμό τους, επέστρεφαν στο αρχικό σημείο γλιστρώντας στο νερό σαν δελφίνια, για να ολοκληρώσουν την αποστολή τους. Όσο και να προσπαθούσε η θάλασσα, οι επισκέπτες έδειχναν ακούραστοι και, κυρίως, βρίσκονταν παντού. Μετά από πολλές προσπάθειες συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να τα βάλει μαζί τους. Σύντομα υποτάχτηκε και αποτραβήχτηκε στη συνηθισμένη της κατάσταση, αφού έκανε πρώτα τις απαραίτητες ενέργειες για να διαφυλάξει τα μυστικά της. Εξάλλου, δεν υπήρχε λόγος για βιασύνη.

Ας γυρίσουμε σ’ αυτό που ονομάζουμε παρόν.

Η κάψουλα, αφού διέγραψε την πορεία της, εντόπισε το κατάλληλο σημείο στον βυθό και προσεδαφίστηκε, ωστόσο η Σαφένια δεν βγήκε. Πόσο έμεινε εκεί άπραγη; Σίγουρα αρκετά. Κάποια στιγμή ένα ψάρι πλησίασε από περιέργεια. Κατακίτρινο, εκτός από τα καφετιά του πτερύγια, ξεχώριζε από μακριά. Στάθηκε μπροστά απ’ τον θόλο της κάψουλας παρακολουθώντας το εσωτερικό του. Το στοματάκι του ανοιγόκλεινε με γρήγορες μικρές κινήσεις ενώ στο πρόσωπό του είχε απλωθεί η ένταση. Έχουν έκφραση τα ψάρια; Το συγκεκριμένο πάντως είχε, βρισκόταν σε υπερδιέγερση, μιλούσε με πάθος. Αν είχε χέρια, σίγουρα θα τα κουνούσε πέρα δώθε για να υποστηρίξει τη γνώμη του. Δεν ξέρουμε αν συμφώνησε τελικά με τη Σαφένια, πάντως έκανε απότομα μεταβολή και κολύμπησε με γρήγορες κινήσεις, μέχρι που συνάντησε ένα άλλο ψάρι. Το πλεύρισε ψιθυρίζοντάς του κάτι ζωηρά. Εκείνο με τη σειρά του άρχισε να κολυμπάει γοργά προς την αντίθετη όμως κατεύθυνση. Έπρεπε να διασκορπιστούν για να διασπείρουν τα νέα. Στην πορεία τους συνάντησαν κι άλλα ψάρια, τους μίλησαν, και έτσι βάλθηκαν και εκείνα να κάνουν το ίδιο.

Σε λίγο ολόκληρος ο βυθός βρισκόταν σε εγρήγορση. Όλα τα ψάρια αλλά και κάθε άλλο ζωντανό πλάσμα της θάλασσας είχαν ενημερωθεί και κολυμπούσαν αναστατωμένα. Ιππόκαμποι, αστερίες, κήτη, ψάρια έτρεχαν προς κάθε κατεύθυνση, διέδιδαν τα νέα και έψαχναν. Τι έψαχναν όμως; Αυτό δεν θα το μάθουμε ακόμα. Ίσως να μην ήξεραν ούτε τα ίδια τι ακριβώς.

  1. Η σκάλα

«Μετά από τόσα χρόνια… Ή μήπως μετά από τόσες στιγμές;»

Η Ανταριασμένη στεκόταν κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. Τα μαλλιά της ανέμιζαν προς τα πίσω όλο και πιο έντονα. Έκανε μια αφηρημένη κίνηση σαν να προσπαθούσε να τα χτενίσει, όμως δεν την υπάκουσαν.

Από εκεί θα έρθουν, σκέφτηκε.

Χωρίς να ξέρει γιατί, στύλωσε το βλέμμα της στον ουρανό.

Σύντομα, ένα πελώριο, σχεδόν μαύρο, αερόπλοιο εμφανίστηκε αθόρυβα. Οι περαστικοί, ξεπερνώντας την αρχική τους έκπληξη, το έβαλαν στα πόδια φοβισμένοι. Εκείνο πάλι δεν ασχολήθηκε μαζί τους, παρά μόνο στάθηκε πάνω από την κεντρική πλατεία, εκεί που βρισκόταν η μυστηριώδης σκάλα, το μοναδικό απομεινάρι μετά από τη μεγάλη μάχη με τα κτήρια.

Η Ανταριασμένη παρατηρούσε το επιβλητικό όχημα με δέος. Οι διαστάσεις του έμοιαζαν εξωπραγματικές, αν και δεν προκαλούσε εντύπωση μόνο το μέγεθός του. Γυάλιζε το αερόπλοιο, γυάλιζε υπερβολικά δημιουργώντας μια τόσο απωθητική αίσθηση, έτσι ώστε το βλέμμα να μην εστιάζει στην επιφάνειά του περισσότερο από λίγα δευτερόλεπτα. Σφίγγοντας τα μάτια της παρατήρησε ότι ο θόλος στο μπροστινό μέρος έδειχνε ν’ αλλάζει συνεχώς ανάλογα με την εξέλιξη της κατάστασης. Το ρευστό υλικό του μεταβαλλόταν σε διαφορετικά σχήματα και μορφές. Ένα άγριο τέρας γεμάτο φονικά χέρια με μακριά γαμψά νύχια έδινε τη θέση του σε αρπακτικό πουλί έτοιμο να επιτεθεί στη λεία του και μετά από λίγο έμοιαζε μ’ ένα συμπαγές βαρύ αντικείμενο, άγνωστης φύσης. Κάθε του μεταμόρφωση συνοδευόταν από απόκοσμους ήχους. Ήχοι σαν να συγκρούονταν απότομα τεράστιοι μεταλλικοί όγκοι μαζί με έντονους συριγμούς.

Άξαφνα, δύο μεταλλικές αρπάγες ξεπρόβαλαν από την κάθε πλευρά του αερόπλοιου με κατεύθυνση προς τη μυστηριώδη σκάλα. Η σκάλα αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία για τους κατοίκους της πόλης, διότι είχε σώσει την Ανταριασμένη και την παρέα της όταν παλιότερα είχε καταρρεύσει το κεντρικό κτήριο μετά από τη μεγάλη μάχη. Μάλιστα οι Σχεδιαστές, Άλφα-Δέλτα και Ξι-Νι, είχαν προβληματιστεί σχετικά με την προέλευσή της, αφού αρχικά είχαν σχεδιάσει μια άλλη για το συγκεκριμένο κτήριο. Είχαν βαλθεί να τη μελετήσουν, ιδιαιτέρως ο Άλφα-Δέλτα, που θεωρούσε ότι η κατανόησή της αποτελούσε μια πρόκληση. Ήθελε να μάθει οπωσδήποτε πώς είχε παραμείνει ανέπαφη όταν το κτήριο κατέρρευσε.

Προφανώς, την ίδια άποψη μοιραζόταν και όποιος είχε στείλει το αερόπλοιο, αν και, ίσως, είχε ξεχάσει ότι η σκάλα είχε το δικό της ταπεραμέντο, παρ’ όλο που είχε παραμείνει σε ύπνωση για αρκετό καιρό. Σύντομα άρχισε να κουνιέται λες και είχε αποκτήσει ζωή, για να αντιμετωπίσει τον εχθρό. Ελισσόταν σαν φίδι, προσπαθώντας να τεντώσει το κορμί της προς το αερόπλοιο, έτοιμη να πιαστεί από πάνω του. Καθόλου δεν έδειχνε να φοβάται. Αντιθέτως πάλευε σθεναρά για την επιβίωσή της.

Ο αντίπαλος απάντησε μ’ έναν οξύ ήχο, που έμοιαζε με σφύριγμα. Μέσα του περιείχε πολλούς ήχους –κλάμα παιδιού, ουρλιαχτά ανθρώπων, συριγμούς ερπετών– με σκοπό να ζαλίσουν τη σκάλα και να τη μετατρέψουν σε μαριονέτα. Όντως, σύντομα την έκαναν ό,τι ήθελαν. Την κινούσαν σαν σπαστικό τραβώντας την προς το μέρος τους. Αρχικά ανταποκρίθηκε, δεν κατάφερε να προβάλει αντίσταση, με αποτέλεσμα να τεντωθεί προς το αερόπλοιο πειθήνια.

Μια τεράστια τανάλια ξεπρόβαλε από μία καταπακτή στην κάτω πλευρά του οχήματος με σκοπό να τη μαγκώσει. Η Ανταριασμένη κατάλαβε ότι το αερόπλοιο είχε έρθει για να πάρει τη σκάλα μαζί του. Χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς έπρεπε να κάνει, ήξερε από ένστικτο ότι δεν έπρεπε να συμβεί με κανέναν τρόπο.

Βγήκε έξω τρέχοντας, όμως κάποιος άλλος την είχε προλάβει. Κατέφτασε ασθμαίνοντας από πίσω της με τα χέρια απλωμένα άγαρμπα, για να την εμποδίσει να προχωρήσει.

«Μείνε εκεί! Μην πλησιάσεις άλλο!» φώναξε και την παραμέρισε.

Ο Άλφα-Δέλτα.

* * *

Ο Άλφα-Δέλτα είχε ξυπνήσει απότομα με μια δυσάρεστη αίσθηση, σαν να έλειπε κάτι σημαντικό. Σηκώθηκε ενοχλημένος και πλησίασε το παράθυρο, βέβαιος ότι θ’ αντίκριζε κάποιον μπελά. Τι εκνευριστικό. Είχε σχεδιάσει τη μέρα του στην εντέλεια, όπως κάθε μέρα άλλωστε, και δεν ήθελε τίποτα να του αποσπάσει την προσοχή. Για λίγο σκέφτηκε να μην ανοίξει καθόλου∙ στο κάτω κάτω είχε τόσες δουλειές, δεν διέθετε χρόνο να ασχολείται με τα «έκτακτα», όπως τα αποκαλούσαν οι άνθρωποι. Αυτά ευθύνονταν για όλες τις καθυστερήσεις, πράγμα ανεπίτρεπτο. Ξεκίνησε λοιπόν να εργάζεται, όμως σύντομα ένας διαπεραστικός ήχος έφτασε στ’ αυτιά του. Σηκώθηκε κι άνοιξε το παράθυρο αποφασιστικά.

Το κάτω χείλος του σχημάτισε έναν μικρό σπασμό.

«Μάλιστα» μουρμούρισε.

Φόρεσε βιαστικά το ριγέ κουστούμι του και όρμησε στο δωμάτιο του Ξι-Νι που κοιμόταν μακάρια. Τον ταρακούνησε απότομα γραπώνοντάς τον σφιχτά από τον ώμο.

«Σήκω!» φώναξε. «Έχουμε πρόβλημα».

Ο Ξι-Νι κοίταξε τον Άλφα-Δέλτα ζαλισμένος. Μουρμούρισε κάτι και έκανε να αλλάξει πλευρό. Ποιος ξέρει τι τον είχε πιάσει πάλι, θα ήθελε να κάνει καμία μέτρηση. Σιγά μη σηκωνόταν από τώρα.

«Σήκω αμέσως! Ένα αερόπλοιο επιτίθεται στη σκάλα. Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο! Πρέπει να καταγράψουμε, δηλαδή εσύ θα καταγράφεις, ενώ εγώ–»

«Αερόπλοιο; Μα πού; Πώς;»

«Δεν έχω ιδέα, αλλά σκοπεύω να μάθω άμεσα. Γρήγορα, πάρε τα απαραίτητα».

Ο Ξι-Νι τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα ανέκφραστος. Πάντα αυταρχικός ο Άλφα-Δέλτα, ας είχαν περάσει τόσα. Μα τι ανοησίες σκεφτόταν, εδώ μόλις του είπε ότι εμφανίστηκε ένα αερόπλοιο. Σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι και ντύθηκε όπως όπως, ενώ ο Άλφα-Δέλτα κατέβαινε ήδη τις σκάλες. Ακολούθησε και εκείνος σκουντουφλώντας και σύντομα έφτασαν στη σκάλα. Την προσοχή τους τράβηξε ένα κύμα από κοκκινωπά μαλλιά λίγο πιο μπροστά. Ο Άλφα-Δέλτα τάχυνετο βήμα του παραμερίζοντας την Ανταριασμένη.

Η Ανταριασμένη παρακολουθούσε άναυδη. Η τανάλια είχε μαγκώσει την κορυφή της σκάλας, καθώς εκείνη πάσχιζε να απελευθερωθεί. Πάνω στην αγωνία της άλλαζε συνεχώς αποχρώσεις. Μαύρο, λευκό, ροζ, γαλάζιο, μοβ, πύρινο κόκκινο εναλλάσσονταν μαζί με ήχους χαράς, γέλιου, ουρλιαχτών, απόγνωσης. Η σκάλα άρχισε να τρεμοσβήνει, η τανάλια την είχε μαγκώσει για τα καλά.

Αποκλείεται να αντέξει, σκέφτηκε ασυναίσθητα.

Διέκρινε τον Άλφα-Δέλτα να ανεβαίνει τα σκαλιά ταχύτατα. Πάνω στη ζάλη της ξέχασε ότι η σκάλα δεν άφηνε πότε τους Σχεδιαστές να την αγγίξουν.

«Άλφα-Δέλτα, τι πας να…» μουρμούρισε.

Ο Άλφα-Δέλτα τυλιγμένος σ’ ένα σύννεφο γκρίζας σκόνης ανέβαινε τα σκαλιά με ασυνήθιστη ταχύτητα και άνεση. Για την ακρίβεια, γλιστρούσε πάνω της με ανοδική κατεύθυνση. Η Ανταριασμένη σάστισε. Το παράστημά του μεγεθυνόταν συνεχώς. Γύρισε προς τον Ξι-Νι περιμένοντας κάποιο σχόλιο, όμως εκείνος παρακολουθούσε ατάραχος κρατώντας σημειώσεις.

Μα ούτε που βλέπει τι γράφει, σκέφτηκε η Ανταριασμένη όταν άκουσε έναν θόρυβο.

Έστρεψε το κεφάλι της και είδε τον Άλφα-Δέλτα να ακουμπάει την παλάμη του πάνω στην επιφάνεια του αερόπλοιου με απόλυτο τρόπο σαν να προσπαθούσε να του βάλει φρένο. Μια εκτυφλωτική λάμψη πετάχτηκε από το σημείο επαφής και όλοι αναγκάστηκαν να κλείσουν τα μάτια τους. Ένας εκκωφαντικός ήχος ακούστηκε, κάτι έσκασε. Και μετά σιωπή. Το αερόπλοιο είχε εξαφανιστεί, το ίδιο και ο Άλφα-Δέλτα. Η σκάλα παρέμεινε στη θέση της με ένα απαλό πράσινο χρώμα.

«Κατάλαβα» μουρμούρισε ο Άλντωρας προβληματισμένος.

Βρισκόταν στην άλλη πλευρά της πόλης όταν είδε το τεράστιο αερόπλοιο στον ουρανό. Έβαλε φτερά στα πόδια, όμως δεν πρόλαβε τίποτα, μόνο βρήκε την κόρη του αναστατωμένη να προσπαθεί να εξιστορήσει τα γεγονότα.

«Γύρισαν πάλι! Ο Άλφα-Δέλτα χάθηκε! Τι θα κάνουμε;»

Ο Ξι-Νι, από την άλλη, εξακολουθούσε να σημειώνει ασταμάτητα απαντώντας μεν στις ερωτήσεις τους, αποφεύγοντας ωστόσο να τους κοιτάζει στα μάτια.

«Τι ακριβώς συνέβη, Ξι-Νι;» ρώτησε ο Άλντωρας εμφανώς ανήσυχος.

«Όπως φαίνεται, δεχτήκαμε επίθεση από ένα εξελιγμένο αερόπλοιο των Επιστημόνων».

«Είμαστε βέβαιοι ότι το αερόπλοιο ανήκει στους Επιστήμονες;»

Ο Ξι-Νι φάνηκε απορημένος για λίγα δευτερόλεπτα.

«Άλντωρα, από όσο γνωρίζω, είναι η μοναδική φυλή που έχει την ικανότητα να συλλάβει την ιδέα ενός τέτοιου ιπτάμενου οχήματος».

«Νόμιζα ότι οι Επιστήμονες είναι κατά κύριο λόγο θεωρητικοί. Ότι έχουν διάφορες απίστευτες, για τα δικά μας δεδομένα, ιδέες, αλλά συνήθως χρειάζονται και τη δική σας βοήθεια για την ολοκλήρωσή τους. Όπως και με τα κτήρια. Γι’ αυτό δεν ήρθαν σ’ επαφή με τη φυλή σας; Όλο το πείραμα συντελέστηκε με τη δική σας συμβολή».

«Ισχύει» συμφώνησε ο Ξι-Νι με απόλυτη σοβαρότητα. «Από την άλλη όμως δεν ισχύει» συμπλήρωσε κοιτάζοντάς τον στα μάτια για πρώτη φορά.

Ο Άλντωρας απόρησε με την απάντηση του Ξι-Νι αλλά και με το έντονο βλέμμα του. Οι Σχεδιαστές μάλλον είχαν άχρωμη έκφραση και δεν εξέφραζαν τοιουτοτρόπως τα συναισθήματά τους όπως οι άνθρωποι, κυρίως επειδή δεν διέθεταν την πλούσια γκάμα του ανθρώπινου είδους. Ο Ξι-Νι βέβαια, είχε δώσει δείγματα ευαισθησίας, αφού εκείνος αμφισβήτησε τον τρόπο ζωής της φυλής τους, επηρεάζοντας ακόμα και τον Άλφα-Δέλτα, ο οποίος στη συνέχεια έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στο κεντρικό και πιο ισχυρό κτήριο. Παρ’ όλο όμως που ο Ξι-Νι πήγε κόντρα στη φυλή του, η προσωπικότητά του είχε παραμείνει ίδια. Διατηρούσε ακόμα μια απάθεια, ίσως μόνο φαινομενική, που τον έκανε όμως να ξεχωρίζει αρκετά από το ανθρώπινο είδος.

«Ξι-Νι, μ’ έχεις μπερδέψει. Τι εννοείς ότι δεν ισχύει; Μέχρι στιγμής έχω καταλάβει ότι οι Επιστήμονες συνέλαβαν ένα εγχείρημα χρησιμοποιώντας εμάς τους ανθρώπους ως πειραματόζωα. Χρησιμοποίησαν επίσης τα κτήρια, τα οποία τρέφονταν από τα αρνητικά μας συναισθήματα και δημιούργησαν σιγά σιγά μια υπνωτισμένη κοινωνία, ώστε να μας ελέγχουν. Όμως όλα συντελέστηκαν με τη δική σας συνεργασία, διότι εσείς τα φτιάξατε».

«Ναι, είναι αλήθεια. Όπως είναι αλήθεια και ότι μας ζήτησαν να προβλέψουμε κάθε πιθανή παράμετρο, έτσι ώστε να διασφαλίσουν ότι το πείραμα θα συνεχιζόταν απρόσκοπτα για χρόνια».

«Άρα τι δεν ισχύει;»

«Ακόμα και εμείς οι Σχεδιαστές, Ξι-Νι και Άλφα-Δέλτα –αναφέρομαι στον Άλφα-Δέλτα σαν να είναι ακόμα παρών–, δεν είμαστε ακόμα βέβαιοι αν συνεργαζόμασταν με ολόκληρη τη φυλή των Επιστημόνων ή με κάποια μέλη τους μόνο. Επιπρόσθετα, έχουμε βάσιμες υποψίες ότι μέλη των Επιστημόνων είχαν έρθει σε επαφή με άλλες φυλές. Πιθανόν να εξελίσσεται κάποιος ανταγωνισμός μεταξύ τους».

Ο Άλντωρας έμεινε εμβρόντητος. Τι σημασία είχε αν οι Σχεδιαστές συνεργάζονταν μόνο με κάποια μέλη από τους Επιστήμονες και όχι με όλους τους Επιστήμονες και… Ο Ξι-Νι είχε δίκιο. Η διαπίστωση έκανε τον Άλντωρα να παγώσει.

Οι προηγούμενοι Διευθυντές του σχολείου τους, ο Ατσαλάκωτος και ο Αλύγιστος, ανήκαν στη φυλή των Επιστημόνων. Οι δυο τους είχαν αναλάβει τη διεύθυνση του σχολείου της πόλης, δίχως να γνωρίζει κανείς πώς ακριβώς και πότε. Ο Άλντωρας πάσχιζε συχνά με τη γυναίκα του, την Αναρέτη, αλλά και την Ευθαλία, τη μητέρα του, να θυμηθούν πότε εμφανίστηκαν οι Διευθυντές στην κοινωνία τους, χωρίς να τα καταφέρνουν. Όλοι είχαν την αίσθηση ότι οι Διευθυντές ζούσαν εκεί από πάντα.

Αρχικά πίστευαν ότι οι Διευθυντές οργάνωσαν και βελτίωσαν το εκπαιδευτικό τους σύστημα. Οι ιδέες και οι μέθοδοι διδασκαλίας τους έδιναν ευκαιρία σε όλα τα παιδιά να αναπτυχθούν εξίσου. Κανένας κάτοικος δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται ότι σιγά σιγά έβαζαν τους πάντες στο ίδιο καλούπι. Τα παιδιά ρυθμίζονταν από μικρή ηλικία για να συμμετέχουν στην ανάβαση των κτηρίων της πόλης τους, χωρίς αμφισβήτηση. Ακόμα και όταν ορισμένοι κάτοικοι πρόβαλαν αντίσταση στο πρόγραμμα ή προσπάθησαν να ανακαλύψουν τι κρύβεται από πίσω, οι Διευθυντές συνέχισαν απτόητοι. Ο Άλντωρας και η Αναρέτη, οι γονείς της Ανταριασμένης, μπήκαν μέσα στο κεντρικό κτήριο μ’ ένα ημιτελές κλειδί και εντέλει παγιδεύτηκαν, όπως και η Αναθαρριασμένη, η ονειρική διάσταση της Εκ-φοβισμένης, της δασκάλας του σχολείου.

Οι Διευθυντές, από την πλευρά τους, παρέμειναν ατάραχοι φροντίζοντας να αντιμετωπίσουν την κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Φυλάκισαν τον Άλντωρα και την Αναρέτη μέσα στο κτήριο, ενώ στην περίπτωση της Αναθαρριασμένης χρησιμοποίησαν τον φόβο,γιανα τη θέσουν σε μια μακροχρόνια χειμερία νάρκη. Περίμεναν ότι θα αντιδρούσαν κατά αραιά διαστήματα, όμως πίστευαν ακράδαντα ότι θα τα εκμεταλλεύονταν προς όφελός τους. Κατά κάποιον τρόπο επιζητούσαν τέτοια προβλήματα, για να αποκτήσει το πείραμά τους μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η πνευματική στασιμότητα τούς κούραζε.

Όλα έβαιναν καλώς, μέχρι που εμφανίστηκε ο αστάθμητος παράγοντας που ανέτρεψε τα πάντα, η Ανταριασμένη· ένα παιδί ουσιαστικά, με ψυχισμό πιο δυνατό από όσους είχαν συναντήσει μέχρι τώρα. Με τη βοήθεια των φίλων της, κατάφεραν όλοι μαζί να δώσουν μάχη και να απαλλαγούν από τους Διευθυντές και τα κτήρια. Το κεντρικό κτήριο έγινε σκόνη με μοναδικό απομεινάρι τη σκάλα, η οποία τους έσωσε. Η ύπαρξή της αποτελούσε μυστήριο, ακόμα και για τους Σχεδιαστές, που προσπάθησαν μάταια ν’ ανακαλύψουν ποιος την είχε φτιάξει. Όσα κτήρια απέμειναν είχαν χάσει τις δυνάμεις τους και έμειναν άψυχα.

Ο Άλντωρας τα σκεφτόταν όλα με νοσταλγία, πλέον, γιατί εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι μπήκαν σε μία καινούρια περίοδο. Η εποχή της ηρεμίας είχε τελειώσει. Οι Επιστήμονες, ή κάποιοι που είχαν σχέση με αυτούς, είχαν επιστρέψει.

«Δηλαδή, Ξι-Νι, θεωρείς ότι ο Ατσαλάκωτος και ο Αλύγιστος δρούσαν αυτόνομα και ότι το σχέδιό τους να μην αντιπροσώπευε τελικά τη φυλή τους; Υπάρχει περίπτωση άλλα άτομα από τη φυλή των Επιστημόνων να μοιράζονται την ίδια νοσηρότητα με διαφορετικό τρόπο;»

«Είναι μια πιθανότητα. Την είχαμε συζητήσει πολλές φορές με τον Άλφα-Δέλτα και όσο περνούσε ο καιρός, κλίναμε προς τα εκεί. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και για εμάς είναι δύσκολο να συλλάβουμε το μέγεθος της δύναμης μιας τέτοιας φυλής –δεν γνωρίζουμε το συνολικό εύρος των δυνατοτήτων τους». Ο Ξι-Νι κοίταξε τον Άλντωρα διερευνητικά πριν συνεχίσει. «Αν θυμάσαι, ο Ροράνιος και η Σαφένια μάς διηγήθηκαν για ένα ιδιαίτερα εξελιγμένο αερόπλοιο που τους είχε επισκεφθεί στο πλοίο τους. Γνωρίζουμε ότι ο Ατσαλάκωτος και ο Αλύγιστος διέθεταν επίσης ένα αερόπλοιο, με το οποίο διέφυγαν όταν συνειδητοποίησαν ότι τα κτήρια δεν θα άντεχαν για πολύ ακόμα. Το ερώτημα λοιπόν είναι, ποιος έφτιαξε αυτά τα οχήματα;»

«Άρα θέλεις να πεις ότι συνεργάζονται με κάποια άλλη φυλή, όπως συνεργάζονταν μαζί σας για τον σχεδιασμό και την κατασκευή των κτηρίων. Είναι πολύ πιθανό τελικά, έτσι όπως δείχνουν τα πράγματα. Όμως τι ακριβώς συνέβη με εσάς;»

«Τι εννοείς;» ρώτησε ο Ξι-Νι ανέκφραστα.

«Όταν έπεσε το κεντρικό κτήριο και απελευθερωθήκαμε από τους Διευθυντές, είχαμε κάνει κάποιες συζητήσεις. Αν θυμάμαι καλά, μας είχατε εξηγήσει ότι η φυλή σας σχεδίαζε κτήρια με περίεργες ιδιότητες, επειδή ξέρατε να το κάνετε καλά και θέλατε να το εξελίξετε».

«Ισχύει. Οι φυλές των πλασμάτων χάνονται μέσα στα βάθη του ανθρώπινου χρόνου. Υπήρχαμε ανέκαθεν, αν μπορώ να το θέσω έτσι, και η σχεδίαση κτηρίων ή άλλων πραγμάτων μάς γοήτευε. Μάλλον, για να γίνω πιο ακριβής, είναι η ουσία μας, ο λόγος ύπαρξής μας. Ίσως να είναι απαραίτητο να απασχολούμε το μυαλό μας με διάφορες επινοήσεις».

«Απαραίτητο για ποιο λόγο;»

«Για να μη στραφούμε ο ένας εναντίον του άλλου».

«Μα γιατί; Αφού δεν είστε επιθετική φυλή. Ή μήπως όχι;» συμπλήρωσε ο Άλντωρας διστακτικά.

«Μην ανησυχείς, Άλντωρα, αν και ως έναν βαθμό αγνοώ πώς ζούσε η φυλή μας παλιότερα. Ίσως να επιβίωνε με αρκετά διαφορετικούς τρόπους από ό,τι σήμερα. Μπορεί ολόκληρος ο σχεδιασμός να ήταν μια επιτακτική ανάγκη για μας, ώστε να διατηρηθεί η φυλή μας ζωντανή. Ίσως κιόλας οι Επιστήμονες να βρήκαν πρόσφορο έδαφος στην αδυναμία μας».

«Ναι, αλλά τώρα που σταματήσατε να ασχολείστε με τα κτήρια η υπόλοιπη φυλή σας τι κάνει;» ρώτησε ο Άλντωρας με αγωνία. «Μπορεί να είναι επικίνδυνο για εσάς τους ίδιους να μην καταπιάνεστε με κάποια ασχολία».

Το βλέμμα του Ξι-Νι στάθηκε στο κενό.

«Πολύ πιθανό να έχουν στραφεί σε κάτι άλλο» είπε κοφτά.

Ο Άλντωρας δαγκώθηκε. Μα φυσικά οι σχέσεις του Ξι-Νι και του Άλφα-Δέλτα με τη φυλή τους είχαν διακοπεί μετά τη μάχη. Αποφάσισε να αλλάξει θέμα.

«Ξι-Νι, έχω άλλη μία απορία. Είναι κάτι που έχω αναρωτηθεί πολλές φορές: Υπάρχει θάνατος για τα πλάσματα, όπως για εμάς τους ανθρώπους; Ξέρω ήδη ότι ζείτε πολύ περισσότερο από ό,τι εμείς, αλλά είστε το ίδιο ευάλωτοι με το ανθρώπινο είδος στον πόνο και τις ασθένειες;»

«Ανάλογα με τη φυλή. Όλοι έχουμε αδυναμίες. Δεν γνωρίζω κανέναν άτρωτο μέχρι στιγμής. Αν και… Τέλος πάντων, ας μην ξεφύγω από το θέμα. Σ’ εμάς μεγάλο πλήγμα επιφέρει η αδράνεια. Η αδράνεια, βέβαια, πρέπει να επηρεάζει άσχημα και άλλα πλάσματα» μονολόγησε ψιθυριστά. «Σαφώς και υπάρχουν και άλλου τύπου φθορές. Θα θυμάσαι την Κλειδοποιό Σαφένια όταν ήρθε με το πλοίο για να επαναφέρει τον χρόνο που είχε παγώσει η Αναθαρριασμένη. Έφτασε σε οριακό σημείο επεμβαίνοντας στη χρονική διάσταση. Εξάντλησε τον οργανισμό της και, προσωπικά, περίμενα ότι θα σβήσει».

Ο Άλντωρας θυμήθηκε ότι όντως φαινόταν αρκετά χλομή όταν την είχαν δει μετά την κατάρρευση του κεντρικού κτηρίου. Είχε γίνει σχεδόν διάφανη, ούτε καν χλομή τώρα που το σκεφτόταν καλύτερα, έτοιμη να σβήσει από την υπερπροσπάθεια, όπως το περιέγραφε ο Ξι-Νι.

«Θα μπορούσε να σβήσει τελείως η Σαφένια;»

«Έτσι πιστεύω».

«Και τι θα συνέβαινε τότε;»

«Η συνομιλία μας δεν θα γινόταν». Ο Ξι-Νι έδωσε την απάντηση με απόλυτη απάθεια. «Εξάλλου, έχουμε αναφορές από πολύ μακρινές εποχές ότι οι φυλές των πλασμάτων μπορούν να υποστούν σοβαρά πλήγματα και να σταματήσουν να βιώνουν εκείνο που εσείς οι άνθρωποι αποκαλείτε ζωή».

Ο Άλντωρας ήθελε να ρωτήσει αρκετά πράγματα, όμως η έκφραση του Ξι-Νι που όσο περνούσε η ώρα, έδειχνε να παγώνει, δεν του άφησε πολλά περιθώρια. Έπρεπε ωστόσο να ρωτήσει κάτι οπωσδήποτε, ας μην ήξερε πώς θα αντιδράσει.

«Τι να συνέβη όμως στον Άλφα-Δέλτα;» είπε κομπιάζοντας «Λες να χάθηκε για πάντα;»

Ο Ξι-Νι σούφρωσε τα χείλη του και έκλεισε το σημειωματάριό του.

«Κατά κάποιον τρόπο χάθηκε» απάντησε αινιγματικά.

Η Ανταριασμένη έκλεισε τα μάτια της. Παρακολουθούσε τη συζήτηση του Άλντωρα με τον Ξι-Νι αμέτοχη, μέχρι που ένιωσε εξάντληση. Όλα ακούγονταν τόσο παράξενα. Αποφάσισε να πάει στο δωμάτιό της, για να ξεκουραστεί.

Η μέρα γέμισε με συγκινήσεις και απορίες. Από πού είχε έρθει το αερόπλοιο; Εμφανίστηκε από το πουθενά για να πάρει τη σκάλα, αν και διατηρούσε τις αμφιβολίες της. Είχε έρθει όντως για να την πάρει ή ήθελε να την τραυματίσει; Παράξενη λέξη. Να την τραυματίσει… Λες και ήταν ζωντανή.

Μα είναι ζωντανή, είπε από μέσα της.

Κανείς δεν γνώριζε πολλά για τη μυστηριώδη σκάλα που τους έσωσε όταν κατέρρευσε το κεντρικό κτήριο όπου είχαν εγκλωβιστεί. Ο Άλφα-Δέλτα και ο Ξι-Νι έβαλαν σκοπό να τη μελετήσουν για ν’ ανακαλύψουν την προέλευσή της, όμως δεν είχαν ανακοινώσει τίποτα. Η σκάλα είχε παραμείνει στο ίδιο σημείο, αν και μερικές φορές άλλαζε θέση από μόνη της, όπως τώρα. Είχε μετακινηθεί πάλι, λίγο πριν δεχτεί την επίθεση από το αερόπλοιο. Άραγε να είχε διαισθανθεί τον επερχόμενο κίνδυνο;

Παράξενο, αλλά ακόμα πιο παράξενη η εξαφάνιση του Άλφα-Δέλτα. Η Ανταριασμένη δεν ήθελε με τίποτα να σκέφτεται ότι είχε πάθει κάτι κακό. Θα τα κατάφερνε ο Άλφα-Δέλτα, θα επέστρεφε σύντομα, του είχε εμπιστοσύνη. Έκλεισε τα μάτια της νωχελικά. Μακάρι να ταξίδευε πάλι στα όνειρά της και να συναντούσε τους φίλους της: τον καπετάνιο Μαρλένο, την Ελφαφρύνη και την Αδελαΐδα, τους κυρίους με τα ημίψηλα καπέλα και τον γλάρο. Με αυτές τις σκέψεις αποκοιμήθηκε.

Βρισκόταν σ’ ένα άγνωστο μέρος. Μόνο ομίχλη διέκρινε, ομίχλη παντού. Δεν ήταν πυκνή, αντιθέτως έδειχνε αρκετά αραιή ακολουθώντας αργή πορεία. Έμοιαζε σαν ένα μεγάλο αραχνοΰφαντο σεντόνι που ταξίδευε αργά στον αέρα με ανάλαφρους κυματισμούς. Ένα δυσάρεστο συναίσθημα μοναξιάς διακατείχε την Ανταριασμένη. Ξαφνικά είδε μια σκιά στο βάθος. Ένας άνθρωπος καθισμένος σε μια ξύλινη καρέκλα χωρίς χερούλια.

Μα δεν μπορεί…

Ο Έκτορας!

Έδειχνε εντελώς απαθής, ακίνητος με βλέμμα άδειο. Τον πλησίασε με λαχτάρα, ίσως να μην την είχε δει. Τον άγγιξε απαλά στον ώμο του –η χαρακτηριστική της κίνηση όταν τον συναντούσε–, κάτι που του άρεσε πολύ. Και όμως, καμία αντίδραση. Εξακολουθούσε να μην της δίνει σημασία, σαν να μην ένιωσε καν το άγγιγμά της. Η Ανταριασμένη τα έχασε, κάτι δεν πήγαινε καλά. Αμέσως τον ταρακούνησε δυνατά φωνάζοντας.

«Έκτορα, Έκτορα, η Ανταριασμένη είμαι! Μίλησέ μου!»

Σήκωσε άτονα το χέρι του παραμερίζοντας το δικό της, λες και έδιωχνε ένα ενοχλητικό ζουζούνι, και συνέχισε να κοιτάζει το κενό μπροστά του ανέκφραστος.

Ξύπνησε μουσκεμένη στον ιδρώτα, τρομαγμένη.

Ήταν ένα όνειρο, έλεγε ξανά και ξανά στον εαυτό της.

Έπρεπε να είναι ένα όνειρο.

* * *

Όσο η Ανταριασμένη βρισκόταν μεταξύ ονείρου και ξύπνιου, ένας φίλος της πετούσε ανέμελα. Ο γλάρος είχε βγει για βόλτα, ίσως για ένα μικρό ταξίδι. Από καιρό σε καιρό έκανε εξορμήσεις για να ρουφήξει λίγη αλμύρα, να γνωρίσει καινούρια μέρη και να επιστρέψει αργότερα στην κοιλιά της φάλαινας για να διηγηθεί στους φίλους του όσα είδε. Ο Μαρλένος, η Ελφαφρύνη, η Αδελαΐδα και οι τρεις κύριοι με τα ημίψηλα δεν έβγαιναν πλέον έξω παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως τότε στην πόλη με τα κτήρια.

Σκεφτόταν όσα είχαν συμβεί∙ τη μάχη ενάντια στα κτήρια και τους δημιουργούς τους∙ σκεφτόταν τους ανθρώπους στην πόλη της Ανταριασμένης, τα βάσανά τους. Γίνονταν δυστυχισμένοι υποβάλλοντας τούς εαυτούς τους σε επαναλαμβανόμενες συνήθειες χωρίς νόημα.

Οι άνθρωποι… Τόσο κουτοί ήταν λοιπόν; Αν και η λέξη «κουτοί» δεν ήταν σωστή. Ίσως χειραγωγούνταν εύκολα από έναν επίδοξο εκμεταλλευτή. Γιατί όμως δεν αντιλαμβάνονταν το καλό τους; Γιατί να διαφέρουν τόσο από τα πλάσματα, ενώ εκ πρώτης όψεως είχαν τόσες ομοιότητες; Καμιά φορά το συζητούσε με τους φίλους του μέσα στην κοιλιά της φάλαινας. Μια συζήτηση με κυρίαρχο στοιχείο το παράδοξο.

«Καπετάνιε Μαρλένε,» άρχισε με επισημότητα «θεωρώ ότι, αφού πέρασε ένα σημαντικό χρονικό διάστημα απ’ τα γεγονότα στην πόλη της Ανταριασμένης, είμαστε σε θέση να εξετάσουμε την όλη υπόθεση με άλλη ματιά».

Τότε πετάχτηκε η Ελφαφρύνη.

«Με άλλη ματιά; Τι εννοείς; Η δική μας δεν είναι καλή; Χρειάζεται να πάρουμε τη ματιά κάποιου άλλου;»

«Μπορεί να εννοεί τη ματιά της φάλαινας. Ίσως να έχει πιο αντικειμενική άποψη» σχολίασε ο τρίτος κύριος με το ημίψηλο.

«Ναι, έχεις δίκιο!» φώναξαν όλοι με μια φωνή. «Φάλαινα, πες μας και εσύ την άποψή σου. Δώσε μας τη δική σου οπτική γωνία».

Η φωνή της φάλαινας ακούστηκε σαν αντίλαλος μέσα στην ίδια της την κοιλιά. Αναστέναξε και είπε: «Ταξιδιώτες, μην πειράζετε το γλαροπούλι μας. Προσπαθεί να σας μιλήσει σοβαρά».

«Αν θέλει σοβαρότητα, πρέπει να απευθυνθεί κυρίως σ’ εμένα. Είμαι γνωστή για τη σοβαρότητά μου, ξεχωρίζω μάλιστα».

«Ξεχωρίζεις για τη σοβαρότητα ή για τη σοβαροφάνειά σου, Αδελαΐδα;» ρώτησε ο Μαρλένος χαριτολογώντας.

«Μα φυσικά για τη σοβαρότητά μου. Η σοβαροφάνεια μ’ αφήνει αδιάφορη, αλλιώς δεν θα ήμουν εδώ».

«Αλήθεια όμως» πρόσθεσε ο δεύτερος κύριος με το ημίψηλο. «Είμαστε απολύτως βέβαιοι για τη σημασία της κάθε λέξης ή μήπως μιλάμε όλοι για το ίδιο πράγμα τόση ώρα δίνοντάς του διαφορετικό όνομα;»

Τα πλάσματα προβληματίστηκαν. Σαν να είχε δίκιο ο δεύτερος κύριος. Έπρεπε για λίγο να ασχοληθούν με τους ορισμούς των λέξεων και συγκεκριμένα με τις λέξεις «σοβαρότητα» και «σοβαροφάνεια».

«Έχουμε έξι ώρες χρόνο για να σκεφτούμε ο καθένας ξεχωριστά και να υποβάλλουμε τις ιδέες μας» συνέχισε με επισημότητα.

«Μα γιατί έξι ώρες; Μήπως είναι πολλές; Ή μήπως τελικά πολύ λίγες;» αναρωτήθηκε η Ελφαφρύνη.

«Το βρίσκω καλό όριο. Ξέρετε ότι χρειάζεστε όρια, έτσι δεν είναι; Την προηγούμενη φορά μας πήρε δυο χρόνια να ξεδιαλύνουμε τη διαφορά μεταξύ αλήθειας και αληθοφάνειας».

«Α, ναι! Έχεις δίκιο. Μα έξι ώρες…»

«Ο χρόνος αρχίζει από τώρα!» Η φωνή του τρίτου κύριου ακούστηκε τόσο αυστηρή ώστε να μην αφήσει πολλά περιθώρια για παρανοήσεις.

Ο Μαρλένος έκατσε σε μια κουνιστή καρέκλα αγγίζοντας συνοφρυωμένος το πιγούνι του. Κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να συγκεντρωθεί. Η Ελφαφρύνη έβγαλε ένα καφετί σημειωματάριο και κρατούσε σημειώσεις στριφογυρίζοντας κάθε τόσο την μπούκλα της με αγωνία. Η Αδελαΐδα φόρεσε τα λεπτεπίλεπτα γυαλιά της. Το ενδιαφέρον της εστιάστηκε στο παπούτσι του Μαρλένου. Η αλήθεια είναι ότι ξεχώριζε, ίσως επειδή είχε πολύχρωμα κορδόνια. Οι τρεις κύριοι με τα ημίψηλα γύρισαν την πλάτη τους ο ένας στον άλλο. Έδειχναν πολύ σοβαροί. Ή μήπως απλώς σοβαροφανείς;

Ο γλάρος χαμογελούσε γαλήνια. Είχε έρθει η ώρα να φύγει. Τσίμπησε ελαφρά το εσωτερικό της κοιλιάς της φάλαινας και εκείνη με τη σειρά της άνοιξε το πελώριο στόμα της. Ένα ρεύμα φρέσκου θαλασσινού αέρα και δέσμες φωτός πλημμύρισαν το εσωτερικό της. Ο γλάρος κατευθύνθηκε γοργά προς το στόμα της. Χτύπησε τα φτερά του ανάλαφρα –είχε καιρό να βρεθεί στον έξω κόσμο και ένιωθε κάπως μουδιασμένος. Αφού βγήκε, στάθηκε μπροστά από τα καλοσυνάτα μάτια της φάλαινας.

«Είναι παράξενοι μερικές φορές, γλάρε, οι Ταξιδευτές μας. Θα έπρεπε να τους είχες συνηθίσει».

«Κατά κάποιο τρόπο γνωρίζω από πριν πού θα πάει η κουβέντα, όμως πάντα διατηρώ μια ελπίδα μήπως σοβαρευτούν, όπως τότε με την Ανταριασμένη. Είναι τόσο παράξενο. Λες και έχω να κάνω με άλλα όντα. Απορώ πώς είχαν καταφέρει τότε να βγουν από τον μικρόκοσμό τους».

«Ξέρεις, γλάρε, οι Ταξιδευτές έχουν ανάγκη την ανάλαφρη διάθεση και την έλλειψη οργάνωσης στην καθημερινότητά τους. Είναι σημαντικό γι’ αυτούς να φέρονται έτσι, δεν το κάνουν μόνο από γούστο».

«Είναι αναγκαίο δηλαδή».

«Ναι, καλύτερα να μην τους κρίνουμε. Απλά χρειάζεται λίγη υπομονή για να τους κατανοήσουμε» είπε η φάλαινα απαλά.

«Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να κάνω μια βόλτα. Θα επιστρέψω όμως».

«Θα σε περιμένουμε, γλάρε. Θα χαρούμε πολύ να έρθεις πάλι».

Και μ’ αυτά τα λόγια ο γλάρος πέταξε μακριά.

* * *

Η Ανταριασμένη ετοιμάστηκε για έναν περίπατο. Την είχε αναστατώσει τόσο αυτό το όνειρο, αν και δεν έπρεπε να δίνει τόση σημασία. Συχνά έβλεπε όνειρα –πολλά κιόλας παράξενα–, σε λίγο θα το ξεχνούσε. Βγήκε έξω και έπεσε πάνω σε πολυκοσμία, απρόσμενη για εκείνη την ώρα. Κατευθύνθηκε προς έναν πεζόδρομο και ανακατεύτηκε με τον κόσμο∙ ίσως έτσι να ξεχνιόταν. Ξαφνικά αναρίγησε, ένα ψυχρό αεράκι την τύλιξε. Κούμπωσε το παλτό της, αλλά η ψυχρή αίσθηση παρέμεινε. Σύντομα κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή της. Όλοι μιλούσαν μεταξύ τους κάνοντας μορφασμούς και γκριμάτσες. Ένιωθε ότι παρακολουθούσε μια βουβή ταινία να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια της, μια ταινία μονάχα για εκείνη. Τίναξε το κεφάλι της απότομα για να συνέλθει. Προφανώς ήταν ακόμα επηρεασμένη από το όνειρο. Και όμως κάτι δεν πήγαινε καλά.

Πλησίασε τα πιο κοντινά της άτομα. Ένα ζευγάρι έδειχνε να έχει μια διαφωνία. Η γυναίκα μιλούσε έντονα, το πρόσωπό της φαινόταν τεντωμένο και τα χείλη της ανοιγόκλειναν ασταμάτητα κάνοντας γκριμάτσες. Ένα σωρό θυμωμένες λέξεις πρέπει να εκτοξεύονταν, όμως δεν ακουγόταν τίποτα. Γύρισε προς τον άντρα. Κοιτούσε τη φίλη του με στωικότητα και ανοιγόκλεινε το στόμα του σε πολύ πιο αραιά διαστήματα για να πει έστω δυο τρεις κουβέντες.

Άφησε γρήγορα το ζευγάρι και πήγε προς μια γυναίκα. Και αυτή νεύρα είχε, πρέπει να μάλωνε το παιδί της. Έβλεπε καθαρά τις κινήσεις των χειλιών τους, δίχως ν’ ακούει κανέναν απολύτως ήχο. Προχώρησε γρήγορα βλέποντας τον κόσμο να ανοιγοκλείνει το στόμα του, προφανώς ο ένας απαντούσε στον άλλον. Μήπως είχε πάθει κάτι η ακοή της; Χτύπησε παλαμάκια με τα χέρια της και στη συνέχεια μίλησε δυνατά. Μια χαρά άκουγε. Αναθάρρησε και συνέχισε να περπατάει μέσα στο πλήθος χτυπώντας παλαμάκια, όμως όλοι φέρονταν σαν να μην υπήρχε. Πάνω που πήγε να απελπιστεί ξανά, κάποιος την πρόσεξε. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά καθώς τον είδε να έρχεται προς το μέρος της. Πλησίασε κι εκείνη και μόλις έφτασαν ο ένας απέναντι από τον άλλο, κοντοστάθηκαν. Τα χείλια του Έκτορα ανοιγόκλεισαν. Η Ανταριασμένη δεν άκουγε αρχικά τις λέξεις, όμως κάθε φορά που τα χείλη του Έκτορα κινούνταν, έβγαιναν εντάσεις που κατευθύνθηκαν προς την καρδιά της. Μια φράση μόνο ξεχώρισε, μια φράση γεμάτη ένταση.

Τον κοίταξε με ορθάνοιχτα μάτια, δεν ήθελε να το πιστέψει. Δεν μπορούσε να αρθρώσει την παραμικρή λέξη παρά μόνο ένιωσε όλο τον πόνο και την απορία να σκάνε στην ψυχή της. Θραύσματα κύλησαν από μέσα της, διαπέρασαν το δέρμα της και εκτοξεύτηκαν. Ένα μέρος της καρδιάς τηςέγινε κομμάτια και κάθε μικρό κομμάτι ταξίδεψε μακριά, πολύ μακριά.

Άραγε, θα επιστρέψουν ποτέ; αναρωτήθηκε ο γλάρος που παρακολουθούσε τη σκηνή από πάνω.

Χτύπησε τις φτερούγες του γρήγορα για να πάρει φόρα και ξεχύθηκε πίσω από ένα θραύσμα που ταξίδευε ταχύτατα προσπαθώντας ίσως να ξεφύγει από τον πόνο.

Με βήματα που σέρνονταν, λες και τα πόδια δυσκολεύονταν να ακολουθήσουν την πορεία της, η Ανταριασμένη περπατούσε άψυχα προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Δεν ήθελε να πηγαίνει ευθεία, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, μόνο προς το πουθενά. Κανείς δεν ξέρει πόσο περπάτησε εκείνη τη μέρα. Όσοι άνθρωποι την είδαν, μίλησαν για μια ξεψυχισμένη κοπέλα με χαμένο βλέμμα. Τα μαλλιά της την είχαν αγκαλιάσει σε μια προσπάθεια να την προστατεύσουν, όμως η ίδια έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται τίποτα εκτός από την απελπισία της.

Κάποια στιγμή, έκατσε σ’ ένα πεζούλι με το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατά της και αναλύθηκε σε δάκρυα. Η καρδιά της πονούσε γιατί ο Έκτορας είχε φύγει. Της είχε ανακοινώσει ότι θα ταξίδευε, κάτι που ήθελε από πάντα. Εξάλλου τους το είχε πει, στην ίδια και τον Θωμά∙ έπρεπε να είναι προετοιμασμένη. Μέσα της ωστόσο, πίστευε ότι δεν θα έφευγε, ότι θα έμενε μαζί της. Σκέφτηκε τη φράση που ήθελε τόσο να είχε ακούσει με δύο τρόπους.

«Θα μείνω».

«Θα μείνω μαζί σου».

Μαζί σου.

Πόση διαφορά έκρυβαν οι δύο παραπάνω λέξεις. Μακάρι να είχε πει μία από τις δύο φράσεις, έστω την πρώτη, δεν πειράζει. Όμως δεν είχε πει καμία από τις δύο.

«Θα φύγω. Για πάντα».

Αυτά τα λόγια ξεστόμισε, λόγια λιτά, χωρίς περιθώριο αλλαγής. Η ψυχή της γέμισε με απορία. Κάποια στιγμή, όταν σταμάτησε πια να κλαίει, αποφάσισε να πάει στο σπίτι του∙ ίσως ν’ ανακάλυπτε κάτι. Τώρα που το σκεφτόταν, ο Έκτορας δεν τους είχε καλέσει σπίτι του εδώ και καιρό, εκείνη και τον Θωμά.

Ξεκίνησε θαρρετά. Σύντομα έφτασε στη μεγάλη καγκελόπορτα. Το σπίτι έδειχνε έρημο.

Όλο και κάποιος θα ’ναι μέσα, σκέφτηκε, απλώς θα έχουν κλείσει τα παράθυρα. Να, εκείνο το μικρό στην αριστερή πλευρά του σπιτιού, το παράθυρο του μπάνιου, είναι μισάνοιχτο. Άρα, είναι ακόμα εδώ, τι καλά. Το σπίτι φαίνεται παρατημένο.

Mία φωνούλα ήχησε μέσα της, με τη χροιά της λογικής.

Όχι, όχι, αποκλείεται. Κάτι άλλο θα συμβαίνει.

Πλησίασε προς την είσοδο και άρχισε να χτυπάει. Στην αρχή σιγανά, στη συνέχεια πιο δυνατά, μέχρι που το χτύπημά της έγινε μανιασμένο.

«Άνοιξε, Έκτορα! Η Ανταριασμένη είμαι, άνοιξέ μου».

Συνέχισε να χτυπάει, πιο ξεψυχισμένα. Κάποια στιγμή κουράστηκε. Ακούμπησε το μέτωπό της στην ξύλινη επιφάνεια. Άκουγε ακόμα έναν χτύπο, της καρδιάς της.

Αφού είδε και αποείδε, έκανε τον γύρο του σπιτιού. Παρατηρούσε κάθε γωνιά σαν να ήθελε να συγκρατήσει τα πάντα. Είδε τα μαραμένα λουλούδια στον κήπο, τα ξύλινα παράθυρα, τα κάγκελα του φράχτη, το τραπεζάκι και τις καρέκλες. Σκέφτηκε πόσες φορές είχαν κάτσει εκεί μαζί. Το βλέμμα της γλίστρησε πάνω στην τσουλήθρα. Πόση έρημη φαινόταν. Τη χάιδεψε για λίγο και ύστερα πήρε τον δρόμο της επιστροφής.

Πάσχιζε να καταλάβει. Μπορεί να έφταιγε η ίδια. Μάλλον απαιτούσε πολλά από τους άλλους. Ίσως ο Έκτορας έπρεπε να φύγει και σίγουρα δεν γινόταν να τον εμποδίσει. Γιατί όμως να μην της εξηγήσει; Ήταν τόσο μυστηριώδης η συμπεριφορά του. Είπε στον εαυτό της ότι έπρεπε να παραμείνει ψύχραιμη, όμως τα δάκρυα άρχισαν να κυλάνε πάλι, ώσπου άκουσε μια φωνή.

«Κλάμα δίχως νόημα».

Ένας ψηλός μελαχρινός νεαρός με μάτια σκούρα σαν το κάρβουνο στεκόταν μπροστά της. Τον κοίταξε παραξενεμένη. Έμοιαζε τόσο απόμακρος, σαν να είχε ξεχάσει πώς να χαμογελάει. Πρέπει να ερχόταν από άλλο μέρος, δεν της θύμιζε κάτι. Εκνευρίστηκε λίγο με το αλαζονικό ύφος του. Αποφάσισε να αποκτήσει πάλι την αυτοκυριαρχία της, δεν είχε καμία όρεξη να την περιεργάζεται έτσι.

«Κάτι με πείραξε πριν, όμως τώρα που το ξανασκέφτομαι, κακώς στεναχωρήθηκα. Καλύτερα να μη γινόμαστε μελοδραματικοί».

«Δεν ξέρω τι σημαίνει μελοδραματικός, αλλά έκλαιγες άδικα. Το κλάμα είναι χάσιμο χρόνου, ή μήπως διαφωνείς;» είπε με ένα στραβό χαμόγελο.

«Χάσιμο χρόνου; Τι ανοησίες! Και στο κάτω κάτω ποιος είσαι εσύ; Πρώτη φορά σε βλέπω εδώ πέρα».

«Το όνομά μου είναι Εναέριος. Μπορεί να είχα έρθει παλιότερα. Έτσι πιστεύω, τουλάχιστον». Κοίταξε γύρω του συνοφρυωμένος λες και προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι δυσάρεστο. «Ταξιδεύω πολύ και ορισμένα μέρη μοιάζουν τόσο μεταξύ τους».

«Ώστε και εσύ–»

«Φυσικά, αναζητώ διάφορα. Να υποθέσω ότι εσύ δεν ταξιδεύεις;»

«Και ναι και όχι».

«Και ναι και όχι. Σαφέστατη απάντηση. Μήπως να μου εξηγούσες κιόλας, λυπημένη δεσποινίς;»

Τα μαλλιά της Ανταριασμένης άρχισαν να ανεμίζουν προς τα πίσω με γρήγορους κυματισμούς.

Λυπημένη δεσποινίς; Πολύ θράσος έχει. Φαίνεται ότι με πήρε για κανένα εύθραυστο κοριτσάκι.

«Σημαίνει ό,τι είπα. Κακώς περιμένουμε στερεότυπες απαντήσεις σε στερεότυπες ερωτήσεις».

Ο Εναέριος απέφυγε να απαντήσει. Πρώτη φορά τού έλεγαν ότι έκανε στερεότυπες ερωτήσεις. Η σκέψη τον ενόχλησε, χωρίς να ξέρει γιατί. Αποφάσισε να φανεί ευγενικός.

«Πες μου λοιπόν για τα ταξίδια σου. Πού θα ήθελες να ήσουν τώρα;»

«Μα μέσα στη φάλαινα φυσικά».

Η φωνή της είχε μια σαρκαστική χροιά. Περίμενε ότι ο μυστηριώδης νεαρός θα σάστιζε και θα τη ρωτούσε για τη φάλαινα. Αντιθέτως, έδειξε να μην ενδιαφέρεται για την πληροφορία της. Περιεργάστηκε τον χώρο γύρω του, έπειτα την ίδια, και στη συνέχεια αφού το σκέφτηκε για λίγο, της έκανε νόημα να ανέβει στο ποδήλατό του.

«Ναι;» του είπε εκνευρισμένη.

«Ανέβα».

«Ν’ ανέβω; Είσαι καλά; Ούτε καν ξέρω ποιος είσαι!»

«Ευκαιρία να γνωριστούμε. Έλα, θα ’χει το γούστο του».

«Όχι, βέβαια» απάντησε συγχυσμένη.

«Είναι σίγουρο ότι θα έρθεις, οπότε ας μη χάνουμε χρόνο. Μη νομίζεις ότι θα είναι πολύ άβολα στο ποδήλατο».

«Λέγε ό,τι θέλεις, αποκλείεται να έρθω. Πήγαινε να ζαλίσεις κάποιον άλλο με τις απαιτήσεις σου».

«Α, έτσι. Για δες εδώ, έχω κάτι που μάλλον σου ανήκει».

Της έδειξε το εσωτερικό της τσέπης του. Η Ανταριασμένη γούρλωσε τα μάτια της. Αμέσως ένιωσε έναν πόνο στο στήθος, στο σημείο…

«Πού το βρήκες; Είναι δικό μου! Δώσ’ το μου, το χρειάζομαι».

«Να το δώσω».

Δυσκολευόταν να διακρίνει αν η απάντησή του ήταν κατάφαση.

«Για την ώρα είναι αδύνατον. Καλύτερα να έρθεις μαζί μου, θα σου δείξω κάτι άλλο που σε αφορά».

«Πρέπει να μου το δώσεις».

«Γιατί; Ένα περίβλημα είναι μόνο. Ούτε καν σου ανήκει, απλώς έτυχε για ένα διάστημα να σε προστατεύει. Μια χαρά είσαι και χωρίς αυτό. Ίσως και καλύτερα».

Η Ανταριασμένη ξεφυσούσε θυμωμένη. Τα μαλλιά της ανέμιζαν πίσω της όλο και πιο έντονα. Ποιος ήταν επιτέλους και γιατί της μιλούσε με τόση οικειότητα; Ήθελε να τον παρατήσει, αλλά δεν γινόταν∙ έπρεπε να πάρει το μικρό κομμάτι. Τότε άκουσε έναν ήχο. Πίσω από τη σέλα του ποδηλάτου εμφανίστηκε μία δεύτερη με το πάτημα ενός κουμπιού.

«Μα αυτό» μουρμούρισε. Το κοίταξε απορημένη, κάτι της θύμιζε. Για λίγο χάθηκε στις σκέψεις της. «Θα έρθω μαζί σου» αναφώνησε ξαφνικά και πλησίασε το ποδήλατο.

Ανέβηκε στην πίσω σέλα και σύντομα βρέθηκαν να ίπτανται χαμηλά στον ουρανό με ανοδική πορεία. Το στομάχι της τη γαργαλούσε, είχε νιώσει ξανά το ίδιο, παλιότερα πάνω σ’ ένα μεγάλο πουλί με ανακατεμένα φτερά, όμως τώρα αισθανόταν δυσάρεστα. Ανακατευόταν, αλλά δεν τόλμησε να παραπονεθεί.

Αφού πέταξαν για λίγο, κοίταξε τον ουρανό με προσμονή. Ίσως τελικά να ήταν καλύτερα εκεί πάνω. Απέφυγε να κοιτάζει προς τα κάτω, της ήταν όλα γνώριμα και δυσάρεστα, καιρός για κάτι καινούριο.

Άκουσε κάποιες σκόρπιες λέξεις. Προσπάθησε να δει αν ήταν ο Εναέριος. Τόση ώρα δεν είχε βγάλει λέξη, παρά μόνο κάτι μουγκρητά.

«Θραύσμα, χώρος, χρόνος».

«Είπες κάτι;» ρώτησε η Ανταριασμένη με απορία.

«Όχι εγώ. Το ποδήλατό μου έχει την ιδιότητα να εκφράζεται» εξήγησε με ανασηκωμένο φρύδι. «Ποιος ξέρει τι εννοεί. Δεν δίνω σημασία, λέει τα δικά του φαίνεται».

«Κομμάτια, πλάσμα, αέρας, αέρας σου».

«Μα είναι δυνατόν ένα ποδήλατο να πετάει και να μιλάει;»

«Τραγούδι, νότα, σιωπή».

«Θεωρείς ότι μιλάει; Διατηρώ κάποιες αμφιβολίες. Κατά τη γνώμη μου οι ήχοι είναι τυχαίοι. Δημιουργούνται από την ατμόσφαιρα, απλά εμείς τους εκλαμβάνουμε ως λέξεις».

«Αμφιβάλλω, Εναέριε. Τότε ακόμα και οι θόρυβοι θα ήταν λέξεις».

«Και ποιος σου είπε ότι δεν είναι;»

Έμεινε εμβρόντητη. Ο Εναέριος είχε ύφος σαν να είχε πει κάτι κοινό που η ίδια το αγνοούσε. Το πρόσωπό της σκοτείνιασε. Ταξίδεψε προς τα πίσω, στο παρελθόν και τους ήχους από τα κτήρια κατά τη διάρκεια της μεγάλης μάχης. Ποτέ δεν της είχε περάσει από το μυαλό ότι οι ήχοι θα μπορούσαν να είναι λέξεις. Παράξενο. Και αν ίσχυε, τότε τι σήμαιναν; Και, κυρίως, γιατί κανένας τους δεν τους καταλάβαινε; Μοιράστηκε τις σκέψεις της με τον Εναέριο. Εκείνος συνέχισε να οδηγεί ρίχνοντάς της ένα στραβό βλέμμα πάνω από τον ώμο του.

«Δεν ξέρω τι είναι η μεγάλη μάχη, ξέρω όμως ότι σίγουρα κάποιοι θα καταλάβαιναν τους ήχους. Οι ήχοι, συνήθως, υπάρχουν για να τους ακούμε και έχουν νόημα».

«Ναι, το ίδιο λέω και εγώ. Οι ήχοι. Όχι οι λέξεις. Άλλο οι ήχοι και άλλο οι λέξεις».

«Άλλο τι νομίζεις και άλλο τι συμβαίνει» της είπε χαιρέκακα.

Πάλι το γνωστό ύφος, λες και μιλούσε σε παιδάκι. Πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του πρέπει να είχε ο Εναέριος και στο κάτω κάτω τι όνομα ήταν αυτό; Εναέριος; Δηλαδή τι σήμαινε; Ότι είχε σχέση με τον αέρα; Τι ανοησία. Βέβαια τόση ώρα ταξίδευαν στον αέρα. Και ενώ η ίδια υπέφερε, εκείνος έδειχνε άνετος, σαν να πήγαινε βόλτα. Γιατί να ανέβει στο ποδήλατο; Από την άλλη είχε δει κάτι σημαντικό. Έπρεπε να τον ακολουθήσει για να μάθει. Πώς όμως θα ξέφευγε αν κάτι δεν πήγαινε καλά; Συνειδητοποίησε πόσο ψηλά βρίσκονταν και ένιωσε να ζαλίζεται από το θέαμα και μόνο. Ήταν παγιδευμένη και, δυστυχώς, είχε παγιδευτεί με τη θέλησή της.

  1. Τα υλικά. Η μνήμη

Στο τραπέζι της κουζίνας βρίσκονταν τα υλικά για ένα νόστιμο κέικ: αυγά, αλεύρι, ελαιόλαδο, γάλα και διάφορα άλλα. Δίπλα τους περίμενε υπομονετικά ένα μακρόστενο λεπτό μπουκάλι μ’ ένα χρυσοκάστανο υγρό σαν λικέρ. Η στάθμη του είχε φτάσει λίγο πάνω από το μισό, τόσο καιρό είχε απομείνει ξεχασμένο σ’ ένα ντουλάπι. Σπανίως το χρησιμοποιούσε, μόνο σε ξεχωριστές περιπτώσεις όπως τώρα. Το άνοιξε και πρόσθεσε προσεκτικά λίγες σταγόνες στη ζύμη.

Θα δώσει ξεχωριστή γεύση, σκέφτηκε με ικανοποίηση.

Πάντα της άρεσε να φτιάχνει γλυκά και φιλοδοξούσε ότι τώρα θα έφτιαχνε το καλύτερό της. Αναρωτήθηκε αν θα άρεσε.

Σίγουρα, σκέφτηκε χαμογελώντας, το λικέρ θα κάνει τη διαφορά.

Αφού ανακάτεψε όλα τα υλικά, έβαλε το μείγμα στον φούρνο και έκατσε σε μια καρέκλα δίπλα στο παράθυρο κοιτάζοντας προς τα έξω. Ο κήπος ήταν καταπράσινος με πολύχρωμα λουλούδια σε παρτέρια ενώ στο κέντρο του δέσποζε μια φουντωτή μηλιά. Καθώς περιεργαζόταν το δέντρο, το βλέμμα της έπεσε στο βάθος του κήπου, εκεί όπου βρισκόταν η μεταλλική κούνια με τα αφράτα μαξιλάρια. Τότε πρόσεξε ένα παιδάκι να λικνίζεται πάνω της. Χαμογέλασε· ήταν ο μικρός των διπλανών, ερχόταν πότε πότε για την κούνια.

Ξαφνικά το χαμόγελο στο πρόσωπό της πάγωσε. Σηκώθηκε απότομα και βγήκε έξω τρέχοντας. Το παιδί κουνιόταν όλο και πιο δυνατά, ολοένα και περισσότερο. Έπρεπε να προλάβει, το σχοινί δύσκολα θα άντεχε. Έφτασε κοντά του ασθμαίνοντας, για να διαπιστώσει ότι το σχοινί ήταν εντάξει.

«Συγγνώμη, ήθελα απλώς να κάνω κούνια» ψέλλισε ο μικρός.

«Φοβήθηκα ότι δεν θα άντεχε» τον καθησύχασε χαϊδεύοντας τα μαλλιά του.

«Μα κάνουμε συχνά κούνια» είπε απορημένος. «Έκανα κάτι κακό;»

«Όχι, όχι» ψιθύρισε. «Τι κακό να κάνεις; Να έρχεσαι όποτε θέλεις».

«Εντάξει» ξεφύσηξε με ανακούφιση. «Φεύγω τώρα, πάω να φάω. Πεινάω σαν λύκος. Γεια σας».

Έμεινε μόνη στη μέση της αυλής. Δίπλα της η κούνια λικνιζόταν ακόμα. Ένα ελαφρύ αεράκι φυσούσε, και τα φύλλα της μηλιάς θρόιζαν όλο και πιο έντονα. Αγκάλιασε τα μπράτσα της. Κρύωνε; Όχι. Το κρύο φώλιαζε μέσα της, πήγαζε από τις αναμνήσεις της. Άρχισε να χάνεται στο παρελθόν όταν μια μυρωδιά έφτασε στη μύτη της σαν σανίδα σωτηρίας. Πήγε βιαστικά στην κουζίνα και έβγαλε το κέικ απ’ τον φούρνο· ευτυχώς δεν είχε καεί. Το άφησε στο τραπέζι και στη συνέχεια πήρε το μπουκάλι με το υγρό στα χέρια της. Το κοίταξε εξεταστικά προσπαθώντας να θυμηθεί. Κάποιος το είχε φέρει στο σπίτι. Ποιος όμως; Ένιωσε να θολώνει.

* * *

Το κανελόχρυσο, ένα μυρωδάτο χρυσοκάστανο ποτό, μοιάζει με υγρό χρυσάφι αναμεμιγμένο με κανέλα. Προέρχεται από ένα δέντρο που το συναντάς μόνο εάν νιώσεις κούραση, ίσως και πλήξη, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού.

Πολλοί άνθρωποι ταξιδεύουν, όσο το επιτρέπουν οι υποχρεώσεις τους, για να επιστρέψουν έπειτα στη μόνιμη κατοικία τους. Βέβαια, ορισμένοι ταξιδιώτες από άλλους κόσμους, ίσως και από άλλους χρόνους, με σχεδόν ανθρώπινη εμφάνιση αλλά διαφορετική φύση, ταξιδεύουν συνεχώς είτε γιατί τους αρέσει είτε γιατί πρέπει να μείνουν ασφαλείς οι ίδιοι και οι σύντροφοί τους.

Τα ταξίδια τους αποτελούν πηγή γνώσεων και εμπειριών, αφού κατά τη διάρκειά τους συναντούν άλλους ταξιδιώτες, ανταλλάσσουν πληροφορίες ή γνωρίζουν ασυνήθιστα όντα και μέρη. Ίσως να ακούγεται συναρπαστικό, όμως συχνά, ακόμα και ο πιο καλοδιάθετος ταξιδευτής αισθάνεται πλήξη, ειδικά όταν το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται μπροστά στα μάτια του επί μέρες ή επί βδομάδες∙ ακόμα και αν ταξιδεύει στην πιο όμορφη κυματιστή θάλασσα. Ενίοτε μπορεί να μη βλέπει καν κύματα, αλλά το εσωτερικό ενός κήτους, μιας φάλαινας συγκεκριμένα, επειδή ζει μέσα της. Τότε η αλλαγή παραστάσεων κρίνεται επιτακτική. Κάτι παρόμοιο συνέβη και με τον Ταλαίπωρο.

Ο Ταλαίπωρος ζούσε στη χώρα των Κλειδοποιών, ο πατέρας του όμως ανήκε στους Άτρωτους, μια φυλή που τη διέκρινε η απίστευτα γερή κράση μα και η φοβερή ατυχία. Η συνηθισμένη μέρα ενός Άτρωτου περιλάμβανε μερικά ατυχήματα, κάποιες πτώσεις και φυσικά διάφορες κακοτυχίες, αναπόσπαστο κομμάτι πλέον της καθημερινότητάς τους. Προς παρηγοριά τους, μια χαρακτηριστική φλέβα στο αριστερό τους χέρι λειτουργούσε ως προειδοποιητικό σημάδι για την επερχόμενη κακοτυχία. Όσο πιο έντονη τόσο πιο κοντινή η κακοτυχία.

Η ιδιομορφία τους είχε διάφορες συνέπειες για την εξέλιξη της φυλής τους. Κατά παράξενο τρόπο οι Άτρωτοι σπάνιζαν, και πολλοί πίστευαν ότι είχαν αποδεκατιστεί μέσα από τα πολυάριθμα ατυχήματά τους. Ο μοναδικός γνωστός Άτρωτος για την ώρα ήταν ο Ταλαίπωρος, ο οποίος ίσως να γλίτωσε επειδή η μητέρα του, η Εφευρέσια, ήταν Κλειδοποιός, και καθώς οι Κλειδοποιοί διακρίνονταν για την ευφυΐα τους, φρόντισε να τον απομακρύνει από τη χώρα των Άτρωτων για να τον προφυλάξει και να επιστρέψει στην πατρίδα της, την Κλειδάνασα. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, ο πατέρας του Ταλαίπωρου, ο τελευταίος Άτρωτος, είχε χαθεί. Απέφυγε να αποκαλύψει περισσότερα, απλά επέλεξε να μείνει σ’ ένα απομακρυσμένο σημείο της χώρας της.

Κλειδάνασα

Μια ασυνήθιστη χώρα με ευφυείς και εκλεπτυσμένους κατοίκους.

Οι Κλειδοποιοί ζούνε σε μονοκατοικίες πλαισιωμένες από μεγάλους κήπους με ασυνήθιστα φυτά. Συνήθως, περνούν ένα κομμάτι της ημέρας με μισόκλειστα μάτια και με το κεφάλι τους γερμένο σ’ ένα φυτό που έχουν ξεχωρίσει.

Όσοι είχαν επισκεφτεί τη χώρα τους, εντυπωσιάστηκαν από τις ιδιαίτερες στιγμές επικοινωνίας. Ορισμένοι μάλιστα ανέφεραν ότι όσο περισσότερο έγερνε ένας Κλειδοποιός προς το μέρος ενός φυτού τόσο εκείνο μεγάλωνε με τη σειρά του. Μάλιστα σύμφωνα με μία μαρτυρία, ένα φυτό αγκάλιασε μία Κλειδοποιό χωρίς να την αγγίζει∙ μόνο έβγαζε έναν απόκοσμο γλυκό ήχο.

Η μαρτυρία προκάλεσε ενθουσιασμό σε πολλά πλάσματα, που ναι μεν ήθελαν να ταξιδέψουν στην Κλειδάνασα, όμως ποτέ δεν τα κατάφερναν. Και αυτό γιατί ήξεραν ότι βρίσκεται κάπου εκεί, αλλά ποτέ πού ακριβώς. Τελικά, με το πέρασμα των χρόνων, οι επίδοξοι επισκέπτες μειώθηκαν, με μόνους τυχερούς εκείνους που λάβαιναν πρόσκληση από τους ίδιους τους Κλειδοποιούς, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο.

Όσοι πάντως είχαν το προνόμιο να επισκεφθούν τη χώρα τους, μιλούσαν για μια πολιτεία-πρότυπο, με απίστευτο επίπεδο γνώσης και άνεσης. Κτήρια με καμπυλωτές γραμμές σαν να είχαν φτιαχτεί από ένα υδάτινο αλλά στέρεο υλικό δέσποζαν στο κέντρο της χώρας. Είχαν λεία επιφάνεια σε απαλό πράσινο, και αν κάποιος παρατηρούσε, θα ανακάλυπτε πάνω από διακόσιες αποχρώσεις: πράσινο-μπλε, πράσινο σαν γρασίδι, πράσινο σκοτεινό κυπαρισσένιο αλλά και με το χρώμα του βασιλικού, του παγωνιού και του παπαγάλου.

Αν κοιτούσες με μισόκλειστα μάτια και καθαρή ψυχή τα κτήρια την ώρα του σούρουπου, όλα γίνονταν ένα σε πλήρη αρμονία, το ένα προέκταση του άλλου, μ’ ένα πράσινο βαθύ και λαμπερό στην επιφάνειά τους στεφανωμένο με χρυσαφένιο φως.

«Να είναι ιδέα μου;» ψιθύρισε γοητευμένος. «Υπάρχει τέτοια ομορφιά;»

Πόσο θα ήθελε να ζούσε εκεί, αλίμονο όμως δεν θα του το επέτρεπαν ποτέ. Το πρόσωπό βάφτηκε για λίγο μ’ ένα απόκοσμο πράσινο, που μόνο στο τέλος του κόσμου συναντούσες, γρήγορα όμως πήρε μια σκληρή έκφραση σαν να μην του άξιζε, σαν να ήθελε να το αποτινάξει από πάνω του. Έστριψε το τιμόνι απότομα προς τα αριστερά. Σε λίγο ήταν ένα σημαδάκι στον ορίζοντα.

Η Κλειδάνασα ήταν γεμάτη θαύματα, γιατί πολύ απλά οι ίδιοι οι κάτοικοί της αποτελούσαν θαύματα. Πλάσματα με υψηλό ιδεαλισμό και αλτρουιστικά συναισθήματα χωρίς όμως έντονες συναισθηματικές εξάρσεις έδιναν την εντύπωση ότι έπλεαν αρμονικά σε εκείνο που ονομάζουμε ζωή προσπαθώντας να βοηθούν τους άλλους, όχι από συμφέρον αλλά επειδή πίστευαν στην ισορροπία του σύμπαντος. Το πίστευαν και το έκαναν δίχως αμφιβολίες, δίχως αμφιταλαντεύσεις. Οι Κλειδοποιοί πίστευαν στην πίστη, γι’ αυτούς δεν υπήρχε εναλλακτικό σενάριο. Ως κύριο μέλημά τους είχαν την επίλυση προβλημάτων, τις κατασκευές και τα κλειδιά. Ουσιαστικά όλα περιστρέφονταν γύρω από τα κλειδιά γιατί, κατά τη γνώμη τους, όλα τα προβλήματα πήγαζαν από κάτι σφαλιστό, είτε ένα σφαλιστό κτήριο είτε μια σφαλιστή ψυχή.

Αν ο άνεμος φυσούσε δυνατά, ακόμα πιο δυνατά, τόσο ώστε να έκλεινες τα μάτια σου, άκουγες έναν κρυστάλλινο ήχο. Άνοιξέ τα λοιπόν, για να τους δεις. Στέκονται στο μέσο της Κλειδάνασας με τα χέρια και τις καρδιές τους ανοιχτές και γύρω τους τρέχουν τα κλειδιά, μπλεγμένα στις ριπές του ανέμου. Είναι η στιγμή που όλα δοκιμάζονται, που το κλειδί θα ανοίξει.

Μόνο θαυμασμό μπορεί να νιώσει κανείς για τέτοια πλάσματα. Πολλοί αναρωτιούνταν πώς είναι δυνατόν μια τόσο εξελιγμένη ζωή να αναλώνει την ύπαρξή της σε στενή συνάρτηση με την ευημερία των άλλων, των πιο ταπεινών. Κάποια στιγμή μάλιστα έθεσαν το ερώτημα. Οι Κλειδοποιοί απάντησαν:

«Είμαστε όλοι ένα».

Ωστόσο, η άποψή τους για την ενότητα δεν καταργούσε την ανάγκη για πιο ιδιωτικές στιγμές. Έτσι, και στην Κλειδάνασα συναντούσες οικογένειες αλλά και πιο μοναχικούς Κλειδοποιούς. Πάντως, κάθε σπίτι διέθετε από ένα εργαστήριο, όπου επιδίδονταν σε διάφορες κατασκευές. Από εκεί εξάλλου αντλούσαν δύναμη και ενέργεια.

Το ίδιο συνέβαινε και στο σπίτι του Ταλαίπωρου. Είχε το εργαστήριό του, όμως κανείς δεν ήξερε με τι ακριβώς ασχολούνταν εκείνος και η Εφευρέσια. Σίγουρα καταγίνονταν με κάτι, αφού η Εφευρέσια κυκλοφορούσε σπανίως στην πόλη. Μια μέρα ωστόσο, πήρε τον γιο της από το χέρι για έναν μεγάλο περίπατο που κατέληξε μπροστά από το σπίτι του Αρεμάχη και της Φενιλέης. Η Φενιλέη βρισκόταν στον κήπο μαζί με τη Σαφένια δίπλα σ’ ένα φυτό. Μόλις είδε την Εφευρέσια τυλιγμένη με σκούρα μπλε και γκρίζα υφάσματα δημιουργώντας ένα περίτεχνο φουστάνι, ένιωσε σαν κάποιος να τη μάλωσε. Είχε ακούσει για τη γυναίκα, την είχε δει μάλιστα μια φορά από μακριά να τρέχει σαν τον άνεμο στην κορυφογραμμή, όμως ποτέ της δεν την είχε συναντήσει.

Για λίγο την περιεργάστηκε∙ ήθελε να αποτυπώσει στη μνήμη της την εμφάνισή της. Για κάποιον περίεργο λόγο προαισθάνθηκε ότι δύσκολα θα την ξαναέβλεπε. Ξεχώριζαν τα γκρίζα μάτια της, γεμάτα ένταση, και τα ολόμαυρα μαλλιά της μπλεγμένα σε μια χοντρή κοτσίδα. Μερικές τούφες είχαν ξεφύγει ανεμίζοντας γύρω από το πρόσωπό της.

Παράξενο, σκέφτηκε, δεν φυσάει.

Η σκέψη της διακόπηκε απότομα.

«Γεια σας» ψέλλισε η Φενιλέη, σίγουρη ότι έλεγε κάτι λάθος.

«Γεια σου, Φενιλέη. Γεια σου, Σαφένια» ψιθύρισε η Εφευρέσια. «Δεν είμαι η καλύτερη για παρέες, όμως θα σας παρακαλούσα να κάνετε συντροφιά στον Ταλαίπωρο. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πόσο απομονωμένο τον έχω».

Σ’ εμάς μιλάει ή μονολογεί; αναρωτήθηκε η Φενιλέη.

«Μα, φυσικά» απάντησε. «Είμαι βέβαιη ότι η Σαφένια θα θέλει πολύ να παίζουν».

«Ωραία, λοιπόν. Σας τον αφήνω. Θα περάσω σε δύο ώρες να τον πάρω».

Τον άφησε αργά από το χέρι της. Εκείνος πάλι την κοιτούσε την ώρα που απομακρυνόταν δίχως να πει κουβέντα. Η Φενιλέη και η Σαφένια περίμεναν ήσυχα μέχρι να γυρίσει το βλέμμα του προς αυτές. Η Σαφένια του χαμογέλασε συγκρατημένα και έτσι ξεκίνησε η φιλία τους.

Με τα χρόνια, ο Ταλαίπωρος εξελίχθηκε σ’ έναν δυνατό αλλά λιγομίλητο νεαρό. Τον περισσότερο χρόνο του τον περνούσε με τη Σαφένια, ένα από τα ελάχιστα άτομα που μπορούσε να επικοινωνήσει. Και εκείνη όμως τον εμπιστευόταν, γι’ αυτό άλλωστε του μίλησε για τα ταξίδια της. Ο Ταλαίπωρος την άκουγε ενθουσιασμένος. Δεν είχε να σκεφτεί τίποτα. Σύντομα ξεκίνησαν τα ταξίδια μαζί με άλλους δύο συντρόφους, την Ψυχόρραγη και τον Μαγιστέρη. Μαζί θα εξερευνούσαν κάθε άγνωστη πτυχή του σύμπαντος, του χώρου και του χρόνου, με τρόπο πρωτοφανή για τα μέχρι στιγμής δεδομένα. Κάθε τόσο ξεπερνούσαν τα γνώριμα όρια, έρχονταν αντιμέτωποι με αλλόκοτες καταστάσεις και ενίοτε προσπαθούσαν να προσθέσουν κάτι δικό τους στη δομή του σύμπαντος. Παρακινδυνευμένο; Ποιος ξέρει.

Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που η Σαφένια επέμενε για εκείνο το ταξίδι. Ταξίδεψαν οι δυο τους, η Ψυχόρραγη δεν τους ακολούθησε. Ο Μαγιστέρης τούς περίμενε ήδη εκεί. Έπρεπε να ψυλλιαστεί ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ανοησίες. Ήξερε από καιρό ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, όμως πώς να τη σταματήσει; Όταν έφτασαν σ’ εκείνο το μέρος, αναμετρήθηκαν με ασύλληπτες δυνάμεις. Κόντεψαν να χάσουν τους εαυτούς τους.

Αμέσως μετά συνειδητοποίησαν ότι έπρεπε να σταματήσουν τα ταξίδια. Ο Ταλαίπωρος αποτραβήχτηκε από την παρέα του. Πίστευε ότι τους έφερνε κακοτυχία. Θα συνέχιζε να ασχολείται με κλειδιά, μόνος του όμως. Μάταια προσπάθησαν να τον μεταπείσουν. Ήταν ανένδοτος.

Αργότερα, όταν η ομάδα της Σαφένιας αναχώρησε για το πλοίο του Ροράνιου, ο Ταλαίπωρος τούς παρακολουθούσε αμίλητος. Η Σαφένια είχε κάνει μια τελευταία προσπάθεια να τον προσκαλέσει μαζί τους. Είχε την ελπίδα ότι θα το μετάνιωνε την τελευταία στιγμή, ωστόσο εκείνος κοιτούσε πικραμένος την πρησμένη του φλέβα. Είχε πάρει τη σωστή απόφαση, όσο και να στεναχωριόταν. Οι πρώην σύντροφοί του έπρεπε να ταξιδεύουν συνεχώς, ώστε να προστατευτούν, και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος ήταν ένα καράβι με το χρώμα της θάλασσας και ένας καπετάνιος τόσο ανάλαφρος που θα λειτουργούσε σαν δροσερός άνεμος μέσα σε κάθε κακοτυχία. Σημασία είχε να προφυλάξουν τους εαυτούς τους, έλεγε ξανά και ξανά από μέσα του για να το χωνέψει.

Ο καιρός πέρασε με πολυάριθμες εξελίξεις μέχρι τη μάχη στην πόλη της Ανταριασμένης. Περιέργως, όταν έμαθε ότι η Σαφένια είχε δώσει σ’ ένα άγνωστο πλάσμα το κλειδί που παγώνει τον χρόνο, κούνησε το κεφάλι του επιδοκιμαστικά. Ο Έρανας, ένας από τους παλιότερους Κλειδοποιούς, απόρησε, αλλά δεν κατάφερε να του πάρει λέξη.

«Δεν το βρίσκεις υπερβολικά παράτολμο;»

«Σίγουρα. Αν η Σαφένια έσβηνε, ποιος ξέρει αν θα ήμασταν εδώ τώρα. Όπως βλέπεις βέβαια, γλιτώσαμε όλοι».

«Μα αν δεν–»

«Έρανα, με συγχωρείς, αλλά η φλέβα μου έχει πρηστεί και καλύτερα για σένα να μην είσαι κοντά μου. Πάω σπίτι».

Ο Έρανας τον παρακολουθούσε να φεύγει σκεπτικός.

Αφού τελείωσε η μάχη με τα κτήρια, οι Κλειδοποιοί επέστρεψαν στη χώρα τους χωρίς την αρχηγό τους. Είχε επιλέξει να παραμείνει με τον Ροράνιο και το σεβάστηκαν. Ο Ταλαίπωρος χαμογέλασε∙ όλα πήγαιναν μια χαρά. Οι μέρες περνούσαν ήσυχα πλέον. Δεν έβγαινε πολύ από το σπίτι, είχε πέσει με τα μούτρα στην κατασκευή καινούριων κλειδιών. Ένα πρωινό εμφανίστηκε στον Έρανα πολύ κεφάτος. Ο Έρανας υποπτεύθηκε ότι θα άκουγε κάτι δυσάρεστο.

«Ήρθα για να σας ανακοινώσω κάτι. Μου έχουν τύχει πολλά άσχημα πράγματα, με αποκορύφωμα την πρόσφατη απώλεια ακοής μου για κάποιο διάστημα, οπότε θα πάψω ν’ ασχολούμαι με τα κλειδιά. Αποφάσισα να φτιάξω έναν ωραίο κήπο. Έχω σκοπό να καλλιεργήσω πολλά φυτά. Σας περιμένω όταν ευκαιρήσετε, να έρθετε να τα δείτε. Αντίο σας, λοιπόν».

«Πού πας, Ταλαίπωρε;» ακούστηκε η βροντερή φωνή τού Έρανα. «Έχεις ταξίδι μπροστά σου, άσε τους κήπους. Εξάλλου σε βλέπω να βασανίζεσαι με τις τσουγκράνες».

«Ταξίδι; Έχετε τρελαθεί; Στείλτε κάποιον άλλο! Ξεχάσατε τι συνέβη παλιότερα;»

«Δεν έχουμε ξεχάσει τίποτα, αλλά είσαι ο πλέον κατάλληλος» είπε η Γαρνέλα, μια Κλειδοποιός από την ανώτερη ιεραρχική κλίμακα.

«Βρισκόμαστε υπό την απειλή μιας νέας επίθεσης. Παλιότερα γνωρίζαμε τι είχαμε να αντιμετωπίσουμε, την πόλη της Ανταριασμένης ή άλλες πόλεις, τώρα όμως ο κίνδυνος δεν εστιάζεται κάπου συγκεκριμένα».

«Τι εννοείς; Επέστρεψαν ο Ατσαλάκωτος και ο Αλύγιστος;»

«Ίσως. Αν και πιθανότατα πρόκειται για άλλους».

Έμεινε εμβρόντητος. Αν δεν ήταν ο Ατσαλάκωτος και ο Αλύγιστος, τότε… Κατάλαβε ότι τα περιθώρια είχαν στενέψει.

«Λέγατε ότι είχαν εξαφανιστεί».

«Έτσι λέγαμε, αλλά οι Διαισθητικοί δυσκολεύονταν να διακρίνουν» μονολόγησε ο Έρανας κοιτάζοντας προς τα πάνω.

«Αλλιώς τα θυμάμαι».

«Ταλαίπωρε, ποιος μπορεί να συλλάβει τα πάντα;»

Δεν απάντησε. Σκέφτηκε μελαγχολικά τον εαυτό του με άνετα ρούχα και ένα ωραίο ψάθινο καπέλο να ποτίζει. Έπρεπε ν’ αναβάλει τα σχέδιά του, ποιος ξέρει για πόσο καιρό ακόμα.

«Τι να κάνω, θα ταξιδέψω» είπε με άχρωμη φωνή «Και πού πρέπει να πάω;»

«Εχμ, δεν είναι κάτι άγνωστο. Στο καράβι του Ροράνιου. Εκεί θα συναντήσεις τη Σαφένια. Σύντομα θα στείλουμε και τους υπόλοιπους. Η Σαφένια θα σου δώσει οδηγίες, στηριζόμαστε πάνω της».

«Και γιατί να μην πάω με τους υπόλοιπους;»

Ο Έρανας και η Γαρνέλα περίμεναν την ερώτηση∙ την επιζητούσαν κιόλας.

«Θα είναι καλύτερα» είπε η Γαρνέλα αινιγματικά. «Για λόγους ασφαλείας».

«Εντάξει, λοιπόν. Ελπίζω όμως να μην πνιγώ» δήλωσε με σοβαρότητα.

«Εμείς το ελπίζουμε ακόμα περισσότερο» συμπλήρωσε ο Έρανας.

Η Γαρνέλα χαμογελούσε.

Έτσι λοιπόν οι Κλειδοποιοί τον έβαλαν σε μία βάρκα με υπόστεγο, για να ξεκινήσει το ταξίδι του. Είχε επιμείνει στο θέμα του υπόστεγου, γιατί δεν ήθελε να τσουρουφλιστεί, όπως εξήγησε, απ’ τον ήλιο. Ο Έρανας τον άκουσε με προσοχή και του έφτιαξε ένα ωραιότατο. Στην πραγματικότητα, η βάρκα του Ταλαίπωρου θύμιζε περισσότερο κουνιστή πολυθρόνα με σκέπαστρο που επέπλεε στη θάλασσα παρά με κλασική βάρκα. Τελικά επιβιβάστηκε, με κάποια δυσκολία, θρονιάστηκε στην πολυθρόνα και τους αποχαιρέτησε με μουρμούρα. Ο Έρανας και η Γαρνέλα τον έσπρωξαν απαλά μέσα στη θάλασσα βροντοφωνάζοντας και οι δύο μαζί:

«Καλό ταξίδι, θα τα πούμε σύντομα».

«Ναι, ναι» μουρμούρισε. «Σύντομα. Κατάλαβα. Αφού περάσουν χρόνια και δεινοπαθήσω και μου τύχουν ένα σωρό και…»

Τα κύματα της θάλασσας πήραν μαζί τους τα παράπονά του.

«Πώς άλλαξε έτσι».

Ο Έρανας τον παρακολουθούσε να απομακρύνεται προβληματισμένος. «Παλιότερα, δεν είχε τόση γκρίνια, ούτε τέτοια ηττοπάθεια. Καμιά φορά σκέφτομαι ότι πρόκειται για άλλον άνθρωπο».

«Είναι απλώς ένα εξωτερικό περίβλημα, νομίζει ότι είναι πιο εύκολο ν’ αντιδράει έτσι. Χρειάζεται ένα ισχυρό ταρακούνημα» είπε η Γαρνέλα αποφασιστικά.

«Το θέμα είναι τι χρειαζόμαστε εμείς όμως τη δεδομένη στιγμή. Δεν υπάρχει χώρος για πειραματισμούς».

«Έρανα, μόνο η παλιά σύνθεση των Κλειδοποιών θα μας βοηθήσει. Μην ξεχνάς τι συζητούσαμε τόσο καιρό. Μόνο όσοι συμμετείχαν στα ταξίδια έχουν τις ικανότητες».

«Και αν δεν βρει τον παλιό του εαυτό;»

Η Γαρνέλα έκλεισε τα μάτια της, ήθελε να αποφύγει ακόμα και τη σκέψη.

«Ο ένας θα σπρώξει τον άλλο∙ εκεί βασίζομαι».

Η πλωτή πολυθρόνα ταξίδεψε πολύ και, όπως ήταν φυσικό, έπαθε διάφορα ατυχήματα. Για την ακρίβεια, δεν τα έπαθε η πολυθρόνα αλλά ο Ταλαίπωρος. Δεν ήξερε τι τον εκνεύρισε περισσότερο. Τα πλασματάκια που πηδούσαν από πάνω του για να κάνουν βουτιές χρησιμοποιώντας τον ως εξέδρα προκαλώντας του ένα σωρό μελανιές; Το κήτος που τον κατάπιε μαζί με την πολυθρόνα του και μετά από λίγο τους ξέρασε, επειδή ο Ταλαίπωρος του προκάλεσε δυσπεψία με ένα ειδικό μαντζούνι; Οι ξιφίες που τρύπησαν τα πόδια του και τον γέμισαν πληγές; Του ζήτησαν συγγνώμη, βέβαια, ήταν λέει ένα…

«Ναι, ξέρω» μουρμούρισε «ένα ατύχημα».

Προσπαθούσε να μην εκνευριστεί, δίχως όμως να τα καταφέρνει. Υποτίθεται ότι η πλωτή πολυθρόνα θα τον οδηγούσε στο πλοίο του Ροράνιου, πότε όμως; Πέρασαν τόσες μέρες, δεν άντεχε άλλο στη θάλασσα, ήθελε να πατήσει σε στέρεο έδαφος. Για καλή του τύχη, μετά από μια μέρα η πλωτή πολυθρόνα έστριψε από μόνη της προς ένα μικρό νησί κι επιτάχυνε. Βγήκε στη στεριά και κατευθύνθηκε σε ένα δέντρο, όπου βρισκόταν μια κοπέλα μ’ ένα μπουκαλάκι στο χέρι της. Την κοίταξε μπερδεμένος. Έδειχνε παράταιρη με όλο το σκηνικό. Ήταν μέσου αναστήματος, γεροδεμένη, με ανασηκωμένο πιγούνι και καστανόξανθα μαλλιά πιασμένα σε ψηλή αλογοουρά. Φορούσε ένα εφαρμοστό παντελόνι σε γκρι του πάγου και μια μπλε μεσάτη μπλούζα που έμοιαζε φτιαγμένη από μεταλλικά λέπια.

Μόνο ένα δόρυ της λείπει, σκέφτηκε ασυναίσθητα.

«Γεια σου» της είπε αμήχανα. «Είμαι ο Ταλαίπωρος και ταξίδευα καιρό πάνω σε μια πλωτή πολυθρόνα».

«Αλήθεια; Πόσο καιρό δηλαδή;» ρώτησε η κοπέλα με δυσπιστία.

«Ε, δεν ξέρω ακριβώς. Γύρω στις είκοσι έξι μέρες αν έχω υπολογίσει σωστά».

«Είκοσι έξι μέρες είναι πολλές για ορισμένους. Νιώθεις απελπισία, έτσι;»

«Ναι, κουράστηκα. Εσύ πόσο καιρό ταξιδεύεις;»

«Εγώ ταξιδεύω από πάντα» απάντησε και συνέχισε κάπως επιτακτικά. «Ας πιούμε λίγο κανελόχρυσο να πάρουμε κουράγιο. Είναι ένα ποτό απ’ αυτό εδώ το δέντρο. Θα μας βοηθήσει να συνεχίσουμε την περιήγησή μας. Καμιά φορά κουραζόμαστε να κάνουμε τα πράγματα που αγαπάμε».

«Τι παράξενη σκέψη» μουρμούρισε προβληματισμένος. «Σαν να υπήρχε μέσα μου και να μην το γνώριζα». Την κοιτούσε ζαλισμένος. Χαμογελούσε ή ήταν ιδέα του; «Μπορώ να σε εμπιστευτώ άραγε;» ψέλλισε. «Δεν σε γνωρίζω».

«Ναι, αλλά εγώ σε εμπιστεύομαι, όπως βλέπεις» του απάντησε με σοβαρό ύφος.

«Μα εγώ δεν σου πρόσφερα ένα άγνωστο ποτό».

Η κοπέλα τού έριξε ένα αινιγματικό βλέμμα και έφερε το μπουκάλι στα χείλη της πίνοντας το κανελόχρυσο μονορούφι. Ο Ταλαίπωρος δίστασε, αλλά όχι για πολύ. Άπλωσε το χέρι του και αμέσως το μπουκάλι βρέθηκε εκεί που έπρεπε. Ήπιε με τη σειρά του και αμέσως ένιωσε καλύτερα.

«Πρέπει να φύγω» της είπε ξαφνικά με ζωηρό ύφος.

«Φυσικά, όλοι πρέπει. Ο χρόνος τρέχει» είπε ενώ γέμιζε το μπουκαλάκι της από τον κορμό του δέντρου. «Αντίο» πρόσθεσε και χάθηκε.

* * *

Η Μαραλένια ανήκε στη φυλή των Διαισθητικών. Βέβαια το «ανήκε» ήταν σχετικό. Για την ακρίβεια, ο πατέρας της ήταν Διαισθητικός, ενώ η μητέρα της ανθρώπινο πλάσμα, συνδυασμός πρωτοφανής για τη φυλή τους. Κι αυτό γιατί οι Διαισθητικοί απέφευγαν τις επαφές με τα υπόλοιπα πλάσματα στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν το χάρισμά τους.

Οι γονείς της είχαν γνωριστεί σ’ ένα ταξίδι του πατέρα της, του Δανέλιου, σε μια ανθρώπινη πόλη. Ο Δανέλιος δεν είχε υπακούσει ποτέ στους κανόνες της φυλής, να έχουν δηλαδή όσο γίνεται λιγότερες επαφές με τον υπόλοιπο κόσμο. Ήθελε να ταξιδεύει για να τον γνωρίσει και, κατά κάποιον τρόπο, τα κατάφερε. Σ’ ένα ταξίδι του συνάντησε μια κοπέλα με ξανθά κυματιστά μαλλιά και γαλήνιο βλέμμα, την Ανάσια. Φορούσε ένα λευκό φόρεμα με μικρά ανθάκια κάτω από το στήθος. Ο Δανέλιος κατάλαβε αμέσως ότι είχε μπροστά του τη μετέπειτα γυναίκα του, εξάλλου ως Διαισθητικός ήξερε. Η Ανάσια, από την άλλη, ήταν επιφυλακτική στην αρχή, όμως στη συνέχεια πείστηκε. Ο Δανέλιος κατανοούσε τις ανάγκες της και την έκανε να νιώθει ασφάλεια. Αποφάσισαν να ζήσουν μαζί χωρίς πολλά λόγια. Ωστόσο, ο άντρας της της εξήγησε ότι δεν θα έμεναν στη χώρα του ούτε σε κάποια άλλη και ότι θα έπρεπε να ταξιδεύουν συνεχώς. Η Ανάσια χάρηκε. Δεν είχε ταξιδέψει ποτέ σε όλη τη ζωή της και θεώρησε ότι ήρθε η κατάλληλη στιγμή. Έτσι λοιπόν, ξεκίνησαν τα ταξίδια τους και είδαν πολλά, άλλα ευχάριστα και άλλα δυσάρεστα.

Σύντομα η Ανάσια έφερε στον κόσμο την κόρη τους, τη Μαραλένια, και τον γιο τους, τον Εφελίτη. Η Μαραλένια, ένα γλυκό και γαλήνιο παιδί, είχε τα χαρακτηριστικά της μητέρας της. Χαμογελούσε συνεχώς με μια σπάνια ηρεμία. Δεν πολυμιλούσε, φαινόταν χαρούμενη μέσα στις σκέψεις της. Σύντομα, οι γονείς της συνειδητοποίησαν ότι η Μαραλένια διέθετε το χάρισμα του πατέρα της, σε πιο αναπτυγμένη μορφή όμως.

«Όχι, μαμά, δεν είναι καλή ιδέα να πάμε στο πάρκο τώρα. Θα βραχούμε και είσαι κρυωμένη».

«Μα πώς θα βραχούμε; Αφού έχει λιακάδα».

Μέσα σε μισή ώρα ξέσπασε καταιγίδα. Η Ανάσια έσμιξε τα φρύδια της.

«Μαμά, άνοιξε την πόρτα. Σε λίγο θα έρθει ένα μαυρούλικο γατάκι. Να του δώσουμε φαγάκι, πεινάει».

Η Ανάσια άνοιξε την πόρτα νομίζοντας ότι η Μαραλένια είχε δει το γατάκι από το παράθυρο. Κοίταξε δεξιά, κοίταξε αριστερά, τίποτα. Κάποιο λάθος θα είχε κάνει. Μετά από πέντε λεπτά άκουσε νιαουρίσματα έξω από την πόρτα. Άνοιξε και αντίκρισε ένα μαύρο γατί να ξερογλείφεται.

«Εφελίτη, πήγαινε καλύτερα με τα πόδια στον φίλο σου. Θα σου κλέψουν το ποδήλατο».

Η Μαραλένια έτρωγε αμέριμνη ένα κομμάτι σοκολατένιο κέικ καθώς έβλεπε τον Εφελίτη έτοιμο να ανέβει στο ποδήλατό του.

«Τι λες, Μαραλένια; Έχεις όρεξη να με πειράζεις. Άσε, βαριέμαι να περπατάω».

Έφυγε κάνοντας γρήγορα πετάλι με κορδωμένο ύφος Το βράδυ γύρισε με τα πόδια, το ποδήλατο είχε όντως χαθεί. Τη ρώτησε μήπως ήξερε ποιος το είχε πάρει.

«Το κέικ είναι νόστιμο» του απάντησε.

Ο Εφελίτης δεν επέμενε. Η Ανάσια απόρησε και το συζήτησε για άλλη μια φορά με τον άντρα της.

«Πώς γίνεται, Δανέλιε; Αφού εγώ ανήκω στους ανθρώπους. Κανονικά θα έπρεπε να το έχει σε ακόμα μικρότερο βαθμό».

«Νομίζεις ότι μπορώ να το εξηγήσω; Δεν ξέρω τι να υποθέσω. Το σίγουρο είναι ότι πρέπει να την προσέχουμε».

«Να την προσέχουμε; Θεωρείς ότι κινδυνεύει;»

«Είναι πολύ πιθανό. Καλύτερα να ταξιδεύουμε συνεχώς».

«Μα τι συμβαίνει, ποιος θα μπορούσε να πειράξει τη Μαραλένια; Στο κάτω κάτω είναι απλώς ένα παιδί. Και τι πειράζει αν έχει διαίσθηση;»

«Ανάσια, υπάρχουν και άλλες φυλές πλασμάτων εκτός από τους Διαισθητικούς. Άλλοι είναι καλοκάγαθοι, άλλοι όχι».

«Δηλαδή; Τι θέλεις να πεις; Μπορούν να βλάψουν τη Μαραλένια; Γιατί όμως;»

Ο Δανέλιος κοίταξε προσεκτικά την Ανάσια σαν να τη μετρούσε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε. Η Ανάσια άκουγε χωρίς να κάνει ερωτήσεις, όμως το πρόσωπό της σκοτείνιαζε όσο περνούσε η ώρα. Πολλές λέξεις βγήκαν από το στόμα του Δανέλιου∙ όλες μαζί ύφαναν ιστορίες χαμένες μέσα στα βάθη του χρόνου. Είχαν να κάνουν με τις φυλές και τους ανθρώπους. Με το καλό και το κακό. Αφορούσαν κυρίως τα παιδιά, τα παιδιά που ξεχώριζαν, όχι επειδή ήταν χαρισματικά, αλλά επειδή επέλεγαν το καλό με τρόπο απόλυτο και αδιαπραγμάτευτο. Η Ανάσια τον παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα δίχως να τον διακόπτει. Όταν τελείωσε την εξιστόρησή του, η Ανάσια συμφώνησε.

«Πρέπει να ταξιδεύουμε συνεχώς. Θα κάνουμε οτιδήποτε περνάει από το χέρι μας για να την προφυλάξουμε».

Και όντως έτσι έγινε.

Σ’ ένα ταξίδι τους όμως στη χώρα των Κλειδοποιών συνέβη το εξής αναπάντεχο: εντελώς ξαφνικά, η Μαραλένια εξαφανίστηκε. Έφυγε μόνη της έχοντας ένα αποφασιστικό ύφος στο μουτράκι της, σαν από μία περίεργη παρόρμηση, χωρίς να πει τίποτα στους γονείς της. Λες και έπρεπε να πάει κάπου οπωσδήποτε και μάλιστα ήξερε πού. Σ’ έναν κήπο, όπου ένα κορίτσι επρόκειτο να κάνει κούνια. Έπρεπε να προλάβει, γιατί η κούνια θα έσπαγε. Ήταν βέβαιο, αφού κάποιος είχε χαλαρώσει τα σχοινιά. Με το που θα καθόταν ένα παιδί, ακόμα και με μικρό βάρος πάνω της, τα σχοινιά θα λύνονταν. Όχι αμέσως, αλλά μόλις θα άρχιζε να κουνιέται, έτσι ώστε η κούνια να είχε αποκτήσει ορμή και να χτυπούσε περισσότερο.Αν επρόκειτο για ένα μικρό παιδί, η πτώση θα απέβαινε μοιραία.

Η Μαραλένια έφτασε σύντομα στην κούνια και είδε ένα κορίτσι να στέκεται κοντά της.

«Έλα, Σαφένια, είναι η σειρά σου» της φώναξε ένα αγόρι.

«Έρχομαι» είπε η μικρή χαμογελώντας.

Ξαφνικά ένιωσε ένα τίναγμα στην πλάτη της.

«Θα έρθω σε λίγο. Μάλλον μπήκε ένα ζουζούνι στην μπλούζα μου» είπε βάζοντας το χέρι στην πλάτη της.

Η Μαραλένια πλησίασε και της έπιασε το χέρι κοιτάζοντάς την επίμονα. Κάτι σαν ηλεκτρισμός διαπέρασε και τις δύο. Το κορίτσι παραξενεύτηκε, ένιωσε ένα τίναγμα μέσα της. Η Μαραλένια την καθησύχασε, θα καταλάβαινε αργότερα∙ έτσι έπρεπε να γίνει, για καλό της. Η Σαφένια άφησε το χέρι της και πήγε προς τα υπόλοιπα παιδιά λίγο ζαλισμένη. Η Μαραλένια δεν είπε κάτι, την παρακολουθούσε χαμογελώντας. Είδε τα υπόλοιπα παιδιά να περνούν από μπροστά της τρέχοντας χωρίς να της δίνουν σημασία, όμως δεν την πείραξε καθόλου. Είχε συνηθίσει να κάθεται στο περιθώριο, εξάλλου δεν είχε έρθει για να παίξει. Εκείνη τη στιγμή ένα άλλο παιδί, πιο παχύ και πιο μεγαλόσωμο από τη Σαφένια, έκατσε πάνω στην κούνια.

Κρακ.

Το αγόρι βρέθηκε φαρδύ πλατύ στο έδαφος. Τα παιδιά έκαναν έναν κύκλο γύρω του γελώντας δυνατά. Ο μικρός ανασηκώθηκε ξύνοντας τον σβέρκο του μ’ ένα καλοκάγαθο χαμόγελο. Η Σαφένια αναζήτησε απορημένη το άγνωστο κοριτσάκι, αλλά δεν το είδε πουθενά.

Η Μαραλένια είχε ήδη φύγει, οι γονείς της θα την έψαχναν. Ενώ έτρεχε, πρόσεξε ότι ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει. Τα σύννεφα είχαν γοργό ρυθμό λες και την ακολουθούσαν. Φοβήθηκε, οι μορφές τους φαίνονταν απειλητικές. Κοίταξε γύρω της ανήσυχη, όμως ο δρόμος ήταν έρημος. Το βλέμμα της σηκώθηκε ψηλά. Ένα ιπτάμενο όχημα την πλησίαζε δίχως να βγάζει κανέναν ήχο.

Πιο μαύρο και από το μαύρο, σκέφτηκε.

Μια πόρτα άνοιξε στην κάτω πλευρά του οχήματος και από μέσα της εμφανίστηκε μια σκάλα. Η Μαραλένια τρομοκρατήθηκε· είχαν έρθει για εκείνη. Ευτυχώς είχε προλάβει τη Σαφένια.

Ο Δανέλιος διαισθάνθηκε κάτι κακό σε σχέση με την κόρη του. Έπρεπε να την εντοπίσει οπωσδήποτε. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, αλλά δεν τα κατάφερε. Προσπάθησε για άλλη μια φορά. Διέκρινε ένα ίχνος της σ’ έναν κεντρικό δρόμο. Πήρε τον Εφελίτη και κατευθύνθηκαν προς τα εκεί τρέχοντας. Τη βρήκαν να κείτεται λιπόθυμη, δίχως άλλον κανένα γύρω της. Μερικοί Κλειδοποιοί έτρεξαν προς το μέρος τους ανήσυχοι. Ένας έσκυψε πάνω από τη Μαραλένια και την άγγιξε ελαφρά στο μέτωπο. Η Σαφένια άνοιξε τα μάτια της.

«Φαίνεται να είναι καλά» έκανε στον πατέρα της.

«Τι στο καλό έγινε; Πώς είχε ερημώσει ο δρόμος;»

«Ένα αόρατο τείχος υψώθηκε ξαφνικά και μας εμπόδιζε να περάσουμε ή να δούμε».

«Δηλαδή δεν είδε κανείς τι έγινε;»

«Όχι, μόνο η μικρή ξέρει».

Γύρισαν προς το μέρος της γεμάτοι ερωτήματα, όμως η Μαραλένια απλώς χαμογελούσε. Ο καιρός πέρασε και η Μαραλένια σπανίως προέβλεπε γεγονότα. Η οικογένειά της αναρωτιόταν αν είχε χάσει το χάρισμά της. Η Μαραλένια έλεγε ξανά και ξανά ότι δεν θυμόταν τι της είχε συμβεί, ενώ τους διαβεβαίωνε ότι κακώς στεναχωριούνταν, η ίδια ένιωθε μια χαρά. Είχε απλώς την επιθυμία να παίξει έξω. Από εκεί και πέρα ελάχιστα θυμόταν, παρά μόνο ότι ξαφνικά έχασε τις αισθήσεις της. Κατά τη γνώμη της, δεν ήταν κάτι άσχημο. «Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πολύ χειρότερα» μουρμούρισε μια μέρα αινιγματικά, χωρίς να εξηγήσει τι εννοούσε. Οι γονείς της δεν επέμειναν. Θεώρησαν ότι κάποτε θα τους τα έλεγε όλα από μόνη της.

Όταν τη ρώτησαν μετά από πολύ καιρό, απόρησε. Ούτε που θυμόταν ότι κάποτε είχαν ταξιδέψει στη χώρα των Κλειδοποιών. Τους ρώτησε μάλιστα ποιοι είναι αυτοί οι Κλειδοποιοί. Οι γονείς της τα έχασαν. Άραγε η κόρη τους είχε ξεχάσει όντως το άσχημο γεγονός ή ήθελε να κάνει τους ίδιους να το ξεχάσουν; Παρ’ όλα αυτά, σεβάστηκαν την κατάστασή της και απέφυγαν να ρωτήσουν κάτι σχετικό ξανά. Προσπαθούσαν από μόνοι τους να σκεφτούν.

Ο Δανέλιος επικοινώνησε με την ηγεσία των Κλειδοποιών, οι οποίοι τον άκουγαν προβληματισμένοι. Τον ρώτησαν πώς και δεν είχε διαισθανθεί τον κίνδυνο.

«Ούτε ξέρω. Μόλις διαισθάνθηκα να πλησιάζει τη Μαραλένια κίνδυνος, θόλωσα, σαν να έχασα την ικανότητά μου».

«Και μετά, πώς επανήλθες;»

«Σε μία γωνιά του μυαλού μου υπήρχε μια κλωστή. Μια μοναδική κλωστή με συνέδεε με την πραγματικότητα και την οικογένειά μου. Κρατήθηκα από εκεί και επανήλθα. Δυστυχώς όταν ανακαλύψαμε τη Μαραλένια, ήταν αργά».

Η Ανάσια πετάχτηκε εκείνη τη στιγμή.

«Μα τι της έκαναν; Και, κυρίως, γιατί να τη βλάψουν;»

«Ήθελαν να επέμβουν στη διαίσθησή της. Ίσως και να το κατάφεραν».

«Ποιοι όμως;» ψέλλισε η Ανάσια.

«Το ερευνάμε ακόμα. Ελπίζουμε ότι σύντομα θα έρθουμε σε επαφή μαζί τους».

Και έτσι έκλεισε η συνομιλία.

Μετά από χρόνια, σ’ ένα άλλο ταξίδι τους σε μία πόλη των ανθρώπων, η Μαραλένια γνώρισε έναν ξυλουργό, τον Ιάκωβο. Σχεδόν αμέσως, δήλωσε κατηγορηματικά στους γονείς της ότι θα ζούσε μαζί του. Τους διαβεβαίωσε ότι δεν θα διέτρεχε κανέναν κίνδυνο και ότι ήθελε να μείνει στη χώρα του. Έτσι λοιπόν οι γονείς της συνέχισαν τα ταξίδια μαζί με τον Εφελίτη και η Μαραλένια παρέμεινε με τον Ιάκωβο στην πόλη του. Ζούσε ευτυχισμένη εκεί και σύντομα έφερε στον κόσμο το αγοράκι τους, τον Θωμά. Είχε μια ήσυχη ζωή και αυτό της έφτανε. Ο Θωμάς ήταν ένα γλυκό παιδί που ήθελε να γίνει ξυλουργός, και η ίδια περνούσε τις μέρες της ήσυχα στην αυλή του σπιτιού της, στην κουνιστή καρέκλα που της είχε φτιάξει ο Ιάκωβος. Πλέον, σπανίως έκανε προβλέψεις.

Η συνέχεια: https://konstantinakoraki.wordpress.com/2021/01/02/%cf%83%ce%b1%cf%86%ce%ad%ce%bd%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b5%cf%86%ce%ac%ce%bb%ce%b1%ce%b9%ce%b1-5-6-7-8-9-10/

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s