Ελευθέριος Κεραμίδας

Σήμερα θα μιλήσουμε με τον Ελευθέριο Κεραμίδα, τον συγγραφέα της αξιόλογης τριλογίας “Οι Γιοι της Στάχτης”. Μέσα από τις απαντήσεις του θα διακρίνετε έναν άνθρωπο που έχει να πει πολλά και σημαντικά, όχι μόνο για το έργο του, αλλά  και για τη γραφή και τον χώρο του βιβλίου γενικότερα.

 

1. Έχεις γράψει μια επική τριλογία με γενικό τίτλο “Οι Γιοι της Στάχτης” που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Mamaya. Πρόσφατα, διάβασα το τρίτο μέρος της σειράς, το “Δρυς με Φύλλα σμαραγδιά”. Το πρώτο που θέλω να σε ρωτήσω είναι πόσο καιρό σού πήρε να στήσεις στο μυαλό σου αλλά και να αποτυπώσεις στο χαρτί (ή στον υπολογιστή) ένα τόσο καλοδουλεμένο έργο.

Από το γράψιμο της πρώτης σκηνής της τριλογίας ως την έκδοση του τελευταίου βιβλίου, μεσολάβησαν 16 χρόνια. Στο διάστημα αυτό, υπήρξαν περίοδοι που έγραφα ή διόρθωνα πυρετωδώς τους Γιους της Στάχτης, αλλά και περίοδοι πλήρους συγγραφικής απραξίας ή ενασχόλησης με άλλα κείμενα. Αυτό που δεν έλειψε ποτέ ήταν η σκέψη και η έρευνα, κλωθογύριζα αδιάλειπτα στο μυαλό μου ιδέες και σκηνές, διάβαζα άσχετα πράγματα και σημείωνα –νοερά ή σε χαρτί– ό,τι είχα την αίσθηση πως θα μπορούσα να το αξιοποιήσω. Η τελική φάση των διορθώσεων, όταν στην ουσία ξανάγραψα και τα τρία βιβλία, αλλάζοντας οπτικές γωνίες, αναδιατάσσοντας σκηνές, αντικαθιστώντας και συνδέοντας υποπλοκές μεταξύ τους, αξιοποιώντας όλο το υλικό που είχα μαζέψει, ήταν περίπου ενάμισης χρόνος με πολύωρη καθημερινή δουλειά.

 

 

 

2. Στα βιβλία σου περιγράφεις έναν κόσμο που παραπέμπει σε παλαιότερες εποχές (ίσως του ελληνικού μεσαίωνα), με διάχυτη την αίσθηση του ελληνικού στοιχείου σε κάθε του πτυχή. Έτσι, λοιπόν, βλέπουμε πλήρεις περιγραφές ως προς την ιεραρχία, το εμπόριο, την κοινωνία και τα στοιχεία της παράδοσης. Από πού άντλησες το υλικό σου, στο οποίο βασίστηκες;

Οι κύριες πηγές μου ήταν βιβλία σχετικά με τη βυζαντινή περίοδο, για κάθε πιθανό θέμα, από τον στρατό ως τη μαγειρική. Διάβασα, όμως, και για την αρχαιότητα, επειδή ακόμη κι οι φανταστικοί κόσμοι δεν φυτρώνουν, εξελίσσονται μέσα στον χρόνο, έχουν παρελθόν εκτός από παρόν. Για ζητήματα της καθημερινότητας, συμβουλεύτηκα βιβλία λαογραφίας, αλλά και τους γεροντότερους. Κανένα κείμενο δε θα σου μεταδώσει την εμπειρία της ύφανσης όπως θα σου τη μεταδώσουν τα λόγια μιας γυναίκας που έχει χρησιμοποιήσει αργαλειό.

 

 

3. Θα ήθελες να μας μιλήσεις για τον Αλγεινό, έναν χαρακτήρα που το όνομά του είναι ένα από τα άπειρα που θα συναντήσουμε καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας; Είναι χαρακτηριστικό ότι έχεις χρησιμοποιήσει ελληνικά ονόματα, τα οποία αποδίδουν και κάποιες ιδιότητες των προσώπων.

Η τρέχουσα μόδα θέλει τους λογοτεχνικούς ήρωες λίγο «αλήτες» και είτε πανέμορφους είτε ανεξήγητα ερωτεύσιμους, παρότι περιγράφονται ως αδιάφοροι ή παράξενοι εμφανισιακά. Ο Αλγεινός είναι ηθικά ακέραιος και ρεαλιστικά άσχημος, κι όμως έχει αποδειχτεί από τα δημοφιλέστερα πρόσωπα της τριλογίας. Πιθανολογώ πως κερδίζει τους αναγνώστες επειδή δεν κρίνει τους άλλους αφ’ υψηλού. Θέλει μόνο να σκέφτονται οι σύντροφοί του τι συνέπειες θα έχουν οι πράξεις τους και ποιον μπορεί να βλάψουν, δεν προσπαθεί να τους προσηλυτίσει σε κάποια ιδεολογία, δεν ηθικολογεί γενικά κι αόριστα. Πριν βάλει άλλους σε σειρά, έχει βάλει σε σειρά τον εαυτό του. Οι υπερφυσικές δυνάμεις του, χωρίς να αποκαλύψω κάτι που δεν πρέπει, αποτελούν μεγάλη ευθύνη. Απ’ αυτές προέρχεται το όνομά του, που σημαίνει «επίπονος».

Έπαιξα πολύ με τα ονόματα. Τα περισσότερα είναι δικής μου έμπνευσης, αλλά όλα έχουν νόημα στα ελληνικά, δεν είναι τυχαία σύνολα φθόγγων. Το όνομα μερικών χαρακτήρων εκφράζει απλώς τις προσδοκίες ή την ξιπασιά των γονιών τους. Άλλοι βαφτίστηκαν από τους κηδεμόνες τους σύμφωνα με την ιδιαίτερη φύση τους, ορατή ακόμη κι όταν ήταν μωρά. Πολλοί, όμως, επέλεξαν οι ίδιοι το όνομα που φέρουν τώρα, επειδή είναι μοναχοί ή φυγάδες ή κακοποιοί. Κι αυτό το εκμεταλλεύτηκα με διάφορους τρόπους, ιδίως για να βοηθήσω τον αναγνώστη να θυμάται τους χαρακτήρες και να τους ξεχωρίζει μεταξύ τους.

 

 

4. Όσο διάβαζα το “Δρυς με Φύλλα σμαραγδιά”, είχα την αίσθηση ότι δεν διάβαζα βιβλίο φαντασίας, αλλά ένα ιστορικό μυθιστόρημα με ενσωματωμένο το υπερφυσικό στοιχείο. Επίσης, παρατήρησα ότι δεν καταφεύγεις σε εντυπωσιασμούς και σε σκηνές που θα προκαλέσουν βεβιασμένα το συναίσθημα, ότι αφήνεις χώρο στον αναγνώστη να σκεφτεί και να νιώσει. Είχες στο μυαλό σου να αποφύγεις, ίσως, κάποιες συνταγές, που συχνά βλέπουμε να εφαρμόζονται σε άλλα μυθιστορήματα;

Δε μεταφύτευσα αυτούσια τη βυζαντινή πραγματικότητα στην τριλογία μου, δε θα είχε νόημα. Κράτησα επιλεκτικά τα στοιχεία που είναι πιο γνώριμα σ’ έναν σύγχρονο Έλληνα και δημιουργούν αίσθηση οικειότητας, μαζί με άλλα που έκρινα πως οι αναγνώστες του φανταστικού θα τα βρουν γοητευτικά και πρωτότυπα. Τα μπόλιασα με πράγματα που δεν είναι ιστορικά ακριβή, όμως μπορούν να σταθούν τεχνολογικά, κοινωνικά και από άποψη συνέπειας. Για να το πετύχω αυτό, χρειάστηκε να καταλάβω γιατί ήταν όπως ήταν το κάθε τι πριν χίλια χρόνια, είτε μιλάμε για έθιμο είτε για κάτι απτό, π.χ. εργαλείο.

Γενικότερα, θεωρώ ότι η λογοτεχνία δεν πρέπει να είναι επίπλαστη, δεν πρέπει να αποκλίνει αισθητά από την πραγματικότητα. Να μην καταφεύγει η πλοκή σε υπερβολές και μελόδραμα, να μην έχουν οι διάλογοι αφύσικο στόμφο και λεξιλόγιο που δε θα το χρησιμοποιούσε κανείς προφορικά. Τα αρχέτυπα είναι πάντα ευπρόσδεκτα, το fantasy ειδικά τα διεκδικεί απ’ όταν εμφανίστηκε. Αλλά τα στερεότυπα και οι συνταγές υποτιμούν τον αναγνώστη, και καλό είναι να αποφεύγονται. Αν, ας πούμε, δεν μπορείς να σκεφτείς καλύτερο τρόπο να λύσεις ένα ερωτικό τρίγωνο πέρα από το χιλιοειπωμένο να πεθάνει ο ένας από τους δυο ανταγωνιστές, καλύτερα μην το βάλεις καθόλου στο βιβλίο σου.

 

 

 

5. Από τις πολύ καλές στιγμές τού βιβλίου ήταν τα κομμάτια όπου παρακολουθούμε τις σκέψεις ενός άλλου μυστήριου χαρακτήρα, του Προφήτη. Είναι λες και μπαίνουμε στο μυαλό του, με ανατριχιαστικό τρόπο, και αποτελεί μια έκπληξη, γιατί ξεφεύγει εντελώς από τη γραφή του υπόλοιπου κειμένου. Πώς σκέφτηκες να χρησιμοποιήσεις έναν τόσο ζωντανό τρόπο γραφής;

Η Χρυσορρόη, ο χαρακτήρας που βλέπουμε τις σκέψεις του σε πρώτο πρόσωπο στην αρχή της τριλογίας, βρέθηκε να εκπληρώνει πολλές ανάγκες ταυτόχρονα. Τα καθήκοντά της απαιτούσαν να είναι παντεπόπτρια. Αλλά αυτό εξυπηρετούσε και το στήσιμο του κειμένου, σαν συνεκτικός ιστός ανάμεσα στους άλλους τρεις βασικούς χαρακτήρες, οι οποίοι δεν συναντιούνται μεν ποτέ, δεν έπρεπε όμως να φαίνονται και τελείως ξεκομμένοι ο ένας από τον άλλο. Ήθελα επιπλέον να πειραματιστώ με μια οπτική γωνία γυναίκεια, μιας και δεν είχα σχετική εμπειρία, και μου βγήκε αυθόρμητα το πρώτο πρόσωπο, για μεγαλύτερη ταύτιση και περισσότερο λυρισμό, που απουσιάζει από το υπόλοιπο κείμενο.

Στο μυαλό μου, κι ίσως και στων αναγνωστών, αυτή η πινελιά άμεσης αφήγησης έχει ταυτιστεί με τους Γιους της Στάχτης. Αλλά υπάρχουν κι άλλοι παντεπόπτες στον κόσμο της τριλογίας, ο καθένας διαφορετικός από τον άλλο. Εκεί που η Χρυσορρόη είναι στοργική και δίχως έντονα πάθη, για το δεύτερο βιβλίο επέλεξα εσκεμμένα το αντίθετο άκρο, τον Προφήτη, που είναι ραδιούργος και ανασφαλής, αντιπαθής ίσως, μα κατανοητά ανθρώπινος.

 

 

6. Μου άρεσε ιδιαίτερα που χρησιμοποίησες την ιδέα της λάμιας, αλλά και όλους τους σκοτεινούς χαρακτήρες, που έχουν σχέση με τη μυθολογία και τις παραδόσεις μας. Πώς το αποφάσισες; Σκέφτηκες ότι αποτελεί ρίσκο για το συγκεκριμένο είδος;

Η μαγεία και τα υπερφυσικά πλάσματα είναι το κύριο χαρακτηριστικό του fantasy, οπότε εκεί ειδικά ήθελα να έχει ελληνικό χρώμα το έργο μου. Τη μυθολογία μας την έχω μελετήσει πολύ, από τα μαθητικά χρόνια. Αλλά όταν ξεκίνησα να διαβάζω μελέτες για την ελληνορωμαϊκή μαγεία και για τη λαογραφία, ανακάλυψα έναν πλούτο τεράστιο και εντελώς ανεκμετάλλευτο. Ναι, χρειάστηκε να ξεχάσω ορισμένα αρχέτυπα που τα θεωρούμε σχεδόν δεδομένα, τον μάγο που με μια φράση εκτοξεύει μπάλες φωτιάς ή κεραυνούς από τα χέρια, όμως είχα τόσες πολλές επιλογές στη διάθεσή μου, ώστε δεν κατόρθωσα να χωρέσω παρά ελάχιστες σε μια ολόκληρη τριλογία. Αν ο Πήγασος, ο Μινώταυρος και η Λερναία Ύδρα έχουν φθαρεί από την τόση χρήση σε βιβλία και ταινίες παγκοσμίως, φαρμακοί και τελέσματα είναι άγνωστες λέξεις για τους περισσότερους. Μπορεί κάποιοι να με απέρριπταν αν παρουσίαζα σάτυρους οι οποίοι σε τίποτα δε θα θύμιζαν τους αρχαίους, αλλά για τις λάμιες, τα στοιχειά και τις νεράιδες έχουμε πολύ αδρή εικόνα, οπότε κάθε δημιουργός είναι ελεύθερος να δώσει τη δική του εκδοχή. Όχι μόνο δε φοβήθηκα να το κάνω, πίστεψα κιόλας ότι ίσως αποτελέσει λόγο για να προτιμήσει το δικό μου βιβλίο ο εγχώριος αναγνώστης.

 

7. Στην εποχή μας οι συγγραφείς καταναλώνουν ένα κομμάτι της μέρας τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προσπαθώντας να προωθήσουν τη δουλειά τους. Από την άλλη η συγγραφή απαιτεί απομόνωση και χρόνο. Πώς μπορεί ο συγγραφέας να προβάλει τη δουλειά του και, ταυτοχρόνως, να δώσει τον απαιτούμενο χρόνο για τη δημιουργία τού έργου του; Και γιατί οι εκδοτικοί πιέζουν τους συγγραφείς να εμπλέκονται σε αυτό το κομμάτι (του μάρκετινγκ) τόσο;

Οι τακτικοί αναγνώστες καταλήγουμε συχνά να αγοράσουμε ένα βιβλίο ακριβώς επειδή το βλέπουμε συνεχώς μπροστά μας, μέσω διαφημίσεων, μέσω κοινοποιημένων βιβλιοκριτικών από περιοδικά και ιστοσελίδες, μέσω της γνώμης (και/ή της selfie) κάθε ανθρώπου που το διαβάζει. Η διαδικασία εντοπισμού και αναμετάδοσης όλου αυτού του υλικού αποτελεί απασχόληση πλήρους ωραρίου· ακόμη κι οι εκδοτικοί οίκοι που διαθέτουν εξειδικευμένο προσωπικό για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μπορούν να την επωμιστούν μόνο για ελάχιστους συγγραφείς, αυτούς που έχουν επιλέξει ως ναυαρχίδες του καταλόγου τους. Οι υπόλοιποι δημιουργοί αναγκάζονται να ασχοληθούν οι ίδιοι με τη διαφήμιση του έργου τους.

Επιπλέον, η προσωπική ανάμειξη βοηθά και με άλλους τρόπους. Αν έχουμε ψηφιακό «φίλο» έναν συγγραφέα, δηλαδή μπορεί να δει τις αναρτήσεις μας, ντρεπόμαστε να μην πάρουμε το βιβλίο του, να μην το σχολιάσουμε καθόλου ή να πούμε άσχημα λόγια. Τον πριμοδοτούμε απέναντι σε όσους συναδέλφους του δεν έχουν ψηφιακή παρουσία, και το κάνουμε για λόγους άσχετους με τη λογοτεχνική αξία του έργου του.

Το αποτέλεσμα μου θυμίζει ένα κλασικό fantasy διήγημα, το «Παζάρι του Παραδόξου» του Φριτς Λάιμπερ (Bazaar of the Bizarre). Σ’ αυτό, αλλόκοσμοι έμποροι έχουν τη μαγική δύναμη να παρουσιάζουν ακόμη και το πιο ασήμαντο, αηδιαστικό ή ακόμη κι επικίνδυνο σκουπίδι ως επιθυμητό απόκτημα. Μόνο που η πλήρης αφοσίωσή τους στις τεχνικές προώθησης δεν τους αφήνει χρόνο να αναζητούν εμπορεύματα, οπότε πωλούν κυριολεκτικά σκουπίδια. Ο Λάιμπερ, το 1963, σατίριζε τους διαφημιστές στο κείμενό του. Αλλά, με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως είπαμε, κάθε συγγραφέας έχει καταντήσει διαφημιστής, ξεκλέβοντας χρόνο που θα ’πρεπε να αφιερώνει στη γραφή.

 

-Μπορεί πλέον ο συγγραφέας να μιλάει μόνο με τη δουλειά του;

Εκτός του χώρου του φανταστικού, υπάρχουν επιτυχημένοι εγχώριοι συγγραφείς που απέχουν ολοκληρωτικά από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Καθόλου συμπτωματικά, όλους τούς προβάλλει συστηματικά ο οίκος τους. Πώς πείθεται ένας εκδότης να αναλάβει αυτός την αγγαρεία της προώθησης; Θα το κάνει οπωσδήποτε για ένα εξαιρετικό κείμενο. Αν θεωρήσει ότι με λίγο σπρώξιμο ένα βιβλίο θα πουλήσει πολύ περισσότερο, θα δώσει αυτό το λίγο σπρώξιμο. Ή αν ο συγγραφέας έχει αρκετές γνωριμίες για να εξασφαλίσει άφθονο πρωτογενές υλικό –κριτικές, συνεντεύξεις, συμμετοχή σε ανθολογίες, (υποψηφιότητες για) βραβεία– τότε ο εκδότης θα κρίνει πως είναι σπατάλη να μείνει αναξιοποίητο το υλικό αυτό.

Θεωρητικά, η αξία ενός κειμένου είναι δυνατόν να διαδοθεί από στόμα σε στόμα, να κερδίσει σταδιακά το κοινό, αντί να κάνει το μπαμ. Αλλά ποια θα είναι η αφετηρία; Από ποιον θα ακουστεί ο πρώτος καλός λόγος; Οι βιβλιοκριτικοί δεν είναι μάντεις, πληροφορούνται για νέα βιβλία από τους εκδοτικούς οίκους, από το διαδίκτυο κι από τις γνωριμίες τους. Άρα, πάλι στα ίδια γυρνάμε.

 

 

8. Το καλό βιβλίο έχει είδος; Γιατί υπάρχει αυτή η διάκριση μεταξύ ρεαλιστικού και φανταστικού στη χώρα μας; Μήπως αυτό κρύβει μια ανασφάλεια των μεγαλύτερων εκδοτικών οίκων δεδομένου ότι η αγορά είναι μικρή;

Όταν ο συγγραφέας έχει παιδεία σ’ ένα λογοτεχνικό είδος και χτίζει πάνω στις συμβάσεις του, ανεξάρτητα αν τις ακολουθεί ή τις ανατρέπει συνειδητά, τότε το κείμενο που γράφει ανήκει στο είδος αυτό. Αν είναι εξαιρετικό, γίνεται βιβλίο-σταθμός. Αν είναι αληθινά αριστουργηματικό, γενικά κι όχι «στο είδος του», δεν το περιορίζουν ούτε τα στεγανά κάποιου χώρου ούτε άλλα στεγανά.

Λογοτεχνικές κατηγορίες υπάρχουν παντού, γιατί βολεύουν τους εκδότες και τους βιβλιοπώλες στη δουλειά τους. Τα βιβλία «είδους» (αστυνομικά, αισθηματικά, περιπέτειες, φαντασίας κτλ.) ξεκίνησαν με τη φήμη της παραλογοτεχνίας, του φτηνιάρικου κειμένου για μη απαιτητικούς αναγνώστες. Στην Ελλάδα, ακόμη περισσότερο, καθώς έχουμε ξεμείνει στο 1880 και λατρεύεται ως επιτομή της λογοτεχνίας η ηθογραφία, η (δήθεν) ακριβής απεικόνιση μιας υπαρκτής κοινωνικής ομάδας ή μιας εποχής, ακόμη και χωρίς πλοκή. Δηλαδή, ό,τι πιο μακριά από το φανταστικό, το οποίο, κατά συνέπεια, οι παραδοσιακοί εκδοτικοί οίκοι στη χώρα μας δεν το γνωρίζουν σε βάθος. Τις λίγες φορές που έχουν αποπειραθεί να κάνουν κάποιο σχετικό άνοιγμα, η άγνοια τους οδήγησε σε λαθεμένες επιλογές· είτε σε κακά κείμενα είτε σε άστοχη προώθηση. Έχουν σχηματίσει, λοιπόν, την άποψη ότι το φανταστικό δεν πουλάει. Και παγκόσμια οι συγκυρίες δεν το έχουν δικαιώσει ακόμη, όπως π.χ. το αστυνομικό, που θεωρείται πλέον φορέας σοβαρής κοινωνικής κριτικής.

 

9. Όπως ανέφερα και στην πρώτη ερώτηση, φαίνεται ότι έχεις αφιερώσει χρόνο και έρευνα για το στήσιμο της τριλογίας. Ωστόσο, ζούμε σε μια εποχή όπου το βιβλίο είναι προϊόν, οι εκδότες αναζητούν τις πωλήσεις σε μια αγορά που αντιμετωπίζει κρίση, και οι συγγραφείς σκέφτονται τι να γράψουν, ώστε να πουλήσει. Εσένα σε επηρεάζουν όλα αυτά, όταν γράφεις;

Όταν ξεκίνησα να γράφω τους Γιους της Στάχτης, δεν είχα συγκεκριμένες προσδοκίες. Δεν το περίμενα κιόλας πως θα με απασχολούσαν αυτά τα τρία βιβλία για τόσα χρόνια. Οι ανησυχίες μου ήταν αποκλειστικά δημιουργικές. Ήθελα να πειραματιστώ και να δω τι θα βγει. Ήθελα να γράψω αυτό που φαντασιωνόμουν σαν αναγνώστης να διαβάσω, αλλά δεν υπήρχε – ελληνικό fantasy, όχι απλά fantasy γραμμένο στα ελληνικά.

 

 

 

 

10. Ορισμένοι συγγραφείς αναφέρουν ότι η ιστορία υπήρχε στο μυαλό τους και ότι άρχισε να ξεχύνεται στα ξαφνικά, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη. Σου έχει συμβεί αυτό; Έχεις κάποια ρουτίνα ως προς τη συγγραφή;

Κάνω μεγάλη προεργασία στο μυαλό μου. Για να ξεκινήσω να γράφω, πρέπει να ξέρω την αρχή, το τέλος και τι θέλω να πω. Είτε πρόκειται για μεμονωμένη σκηνή είτε για ολόκληρο βιβλίο. Επίσης, σκέφτομαι τους χαρακτήρες μου πέρα από το πλαίσιο της ιστορίας που αφηγούμαι, τι έχουν κάνει στο παρελθόν, πού έχουν ζήσει, πώς περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους. Έτσι, είμαι έτοιμος να απαντήσω πώς θα αντιδράσουν σε οτιδήποτε δουν ή ακούσουν, αν θα τους θυμίσει κάτι, αν η ανάμνηση θα είναι ευχάριστη ή δυσάρεστη. Στο κείμενο, αφήνω τα πράγματα να κυλήσουν σύμφωνα μ’ αυτές τις αρχές, χωρίς παύσεις και αβεβαιότητα. Στο δεύτερο βιβλίο της τριλογίας, για παράδειγμα, χρειάστηκε ν’ αλλάξω μια φράση στη μέση ενός μεγάλου διαλόγου, η οποία όμως ακύρωνε όλα όσα λέγονταν μετά. Κανένα πρόβλημα, είχα πια μάθει τους χαρακτήρες τόσο καλά, ώστε μου βγήκαν αβίαστα τα νέα λόγια και ήξερα πώς η διαφορετική κατάληξη της συζήτησης θα επηρέαζε τη στάση κάθε συνομιλητή στα επόμενα κεφάλαια.

Αυτός ο τρόπος εργασίας έχει το τίμημά του. Μπορώ να γράφω για ώρες, χιλιάδες λέξεις μέσα σε μια μέρα. Αλλά θέλω να ξέρω ότι υπάρχει άνεση χρόνου. Αν έχω μόνο μια ώρα ελεύθερη ή υπάρχει περίπτωση να με διακόψουν, δε θα το πάρω απόφαση να ξεκινήσω ούτε την πιο μικρή σκηνή. Δε θέλω να μείνω στη μέση, να χρειαστεί να ξαναπιάσω το νήμα.

 

11. Πρόσφατα ολοκληρώθηκε η τηλεοπτική σειρά “Game of Thrones”, η οποία προκάλεσε μεγάλη αντιπαράθεση ανάμεσα στους θαυμαστές της σχετικά με το αμφιλεγόμενο τέλος της, αφού αρκετοί δυσαρεστήθηκαν. Είδαμε κάτι ανάλογο και με τη σειρά “Star Wars”, ενώ είχα διαβάσει παλιότερα ότι οι αναγνώστες της J.K.Rowling είχαν μια δική τους διαμάχη σχετικά με το τέλος της σειράς, με αποτέλεσμα να πιεστεί η συγγραφέας ψυχολογικά.

Πλέον, με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο κάθε αναγνώστης ή θεατής μπορεί να εκφράσει τη γνώμη του, ακόμα και να πιέσει (συχνά με λόγια μίσους) ως προς το τι τον ευχαριστεί. Πώς κρίνεις όλο αυτό το φαινόμενο; Θεωρείς ότι θα αλλάξει τον τρόπο που γράφουν οι συγγραφείς, ότι δηλαδή μπορεί να μπουν σε μια διαδικασία να προσπαθούν να ευχαριστήσουν τους θαυμαστές τους, δίνοντας στις ιστορίες τους διαφορετική τροπή από την αρχική;

To 1893, o Άρθουρ Κόναν Ντόιλ «σκότωσε» τον Σέρλοκ Χολμς. Οχτώ χρόνια μετά, υπέκυψε στην επιμονή των αναγνωστών και ξανάρχισε να γράφει γι’ αυτόν. Από τότε που υπάρχουν έργα-φαινόμενα και η δυνατότητα επαφής με τον δημιουργό τους, υπάρχουν και πιεστικές απαιτήσεις του κοινού. Το διαδίκτυο απλώς διευκολύνει με διάφορους τρόπους τις απολίτιστες συμπεριφορές: με την ανωνυμία, με την απρόσωπη επικοινωνία, με την έλλειψη (άμεσων) συνεπειών. Το 2016, ένας αναγνώστης που δήλωνε πρώην πεζοναύτης απείλησε διαδικτυακά να σκοτώσει τον σεναριογράφο που χειριζόταν τον Captain America στα κόμικ, εξαιτίας μιας ιστορίας που εξόργισε πολλούς ακόμη οπαδούς του χαρακτήρα.

Η άλλη αλλαγή που έφερε το διαδίκτυο είναι η ανάμιξη του κοινού όχι μόνο στην κριτική, αλλά και στη λεγόμενη «θεωρία της τέχνης». Οι ηλεκτρονικές κοινότητες και οι ιστότοποι είναι γεμάτοι με ανθρώπους που υποστηρίζουν σθεναρά ότι τα αφηγηματικά έργα (ταινίες, σειρές, βιβλία, παιχνίδια στον υπολογιστή) πρέπει να περιέχουν το Α στοιχείο, να αποφεύγουν το Β στοιχείο, ενώ το Γ να το χειρίζονται με συγκεκριμένο τρόπο. Δεν έχει σημασία αν άλλων τα επιχειρήματα είναι στιβαρά και άλλων σαθρά. Οι δημιουργοί ξέρουν πλέον ότι όποιους απ’ αυτούς τους ανθρώπους δεν ικανοποιήσουν, θα τους βρουν απέναντί τους, λάβρους πολέμιους. Δεν έχουμε, λοιπόν, μόνο ιστορίες που παίρνουν καθ’ οδόν διαφορετική τροπή από την αρχική κατόπιν «λαϊκής απαίτησης», αλλά και ιστορίες που υφίστανται προληπτική αυτολογοκρισία ή φορτώνονται με στοιχεία ξένα προς τη βασική τους ιδέα, εφόσον αυτά θεωρούνται «απαραίτητα».

 

 

12. Ποια είναι τα επόμενα βήματά σου; Θα συνεχίσεις την τριλογία; Γράφεις κάτι καινούργιο;

Διηγήματά μου θα συμπεριληφθούν σε δυο ανθολογίες του φανταστικού που θα κυκλοφορήσουν μετά το καλοκαίρι. Κατά τα άλλα, είμαι σε περίοδο αγρανάπαυσης, με πολλές ιδέες, όμως ακόμη αναποφάσιστος για το ποια απ’ όλες θα γίνει κείμενο.

 

Βιογραφικό:

O Ελευθέριος Κεραμίδας γεννήθηκε το 1977. Μεγάλωσε στην Ιθάκη και είναι διπλωματούχος Μηχανικός Η/Υ & Πληροφορικής με μεταπτυχιακές σπουδές στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί στις ανθολογίες φανταστικής λογοτεχνίας Θρύλοι του Σύμπαντος Ι και Εφαρμοσμένη μυθομηχανική. Από τις εκδόσειςMamaya κυκλοφορεί η επική τριλογία του Οι Γιοι της Στάχτης, που την αποτελούν τα βιβλία Κοράκι σε άλικο φόντο, Βέλη και κρόκινες φλόγες και Δρυς με φύλλα σμαραγδιά.

 

Για το Book-Tour, Κωνσταντίνα Κοράκη.

Η Κωνσταντίνα Κοράκη ζει στην Αθήνα και εργάζεται στον χώρο της εκπαίδευσης. Έχει γράψει δύο μυθιστορήματα, την “Ανταριασμένη” και τη “Σαφένια” (εκδόσεις Λυκόφως) και έχει ολοκληρώσει μια νουβέλα, η οποία είναι άγνωστο πού θα καταλήξει. Παράλληλα αρθρογραφεί και, ενίοτε, γράφει διηγήματα.

https://wordpress.com/view/konstantinakoraki.wordpress.com

Διαβάστε περισσότερα: https://www.booktourmagazine.com/news/h-konstantina-koraki-koyventiazei-me-ton-eleytherio-keramida/?fbclid=IwAR1RSDASaBssxHkpxm-dmreMhZVPj3iV_jfT1UCaU4vAU-cZRhYfxmpeIIY

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s