Ο γλυκάνισος… λίγο πριν φύγει ο χρόνος… (διήγημα)

Μέρες γιορτινές, μέρες χαρούμενες!

Ναι, σίγουρα, πολύ εορταστική η διάθεσή μου, αλλά και πού να πω ότι δεν έχω όρεξη. Βέβαια, εδώ που τα λέμε, δεν είναι όπως παλιά, που έπρεπε σώνει και καλά να είσαι χαρούμενος, να περνάς ωραία… και να ψωνίζεις. Κυρίως αυτό, βασική πράξη για να ενταχθείς στην εορταστική ατμόσφαιρα. Όσο θυμάται γνωστούς, που πετύχαινε στο μετρό ή σε κανέναν πεζόδρομο φορτωμένους τσάντες…

Όπως πέρυσι, που έτρεχε μανιασμένα να υποβάλλει κάτι χαρτιά στον δήμο και αφού τα κατάφερε (το να ξεπεράσεις τη γραφειοκρατία είναι πάντα ένα μικρό, ενίοτε και μεγάλο, κατόρθωμα) προχωρούσε ανάλαφρος στον εμπορικό πεζόδρομο, εκεί που οι μαγαζάτορες είχαν εναποθέσει τις τελευταίες τους ελπίδες. Όλα στολισμένα και γιορτινά. Στις βιτρίνες ρούχα κυριλέ, κουστούμια, τουαλέτες, όλα πασπαλισμένα με μπόλικη χρυσόσκονη. Σταμάτησε σε μία από αυτές εντυπωσιασμένος.

Υπήρχαν τέτοιοι άνθρωποι; αναρωτήθηκε. Και αν, πού βρίσκονταν; Γιατί δεν ήξερε κανέναν; Μα επιτέλους, όλοι οι γνωστοί του έκαναν Πρωτοχρονιά με την οικογένειά τους, οπότε λογικά θα φορούσαν κάτι απλό, άντε κάτι λίγο πιο όμορφο, αν είχαν το κέφι (και το ρούχο). Έτριψε λίγο τον σβέρκο του προβληματισμένος, αυτό το πουλόβερ τον έτρωγε, άσε που τον είχε γεμίσει χνούδι. Όσο σκεφτόταν πώς θα είχε γίνει το παλτό του, τον έπιανε περισσότερη βαριεστημάρα. Δεν είχε καμία όρεξη να το βουρτσίσει όταν γύριζε σπίτι, αλλά από την άλλη και τι να έκανε; Να γύριζε χνουδωτός; Δεν ήταν και ό,τι καλύτερο. Στο θέμα μας, όμως. Προσπάθησε να σκεφτεί όλους τους γνωστούς του να δαγκώνουν τα μπουτάκια γαλοπούλας ντυμένους με κουστούμια και και τις γυναίκες να φορούν μακριά φορέματα με τους ώμους έξω. Χασκογέλασε λίγο μόνος του, πλάκα θα είχε. Ίσως, βέβαια, να υπήρχε κόσμος που θα πήγαινε σε μια δεξίωση ή και στα μπουζούκια. Και πόσοι θα ήταν αυτοί; Γιατί σύμφωνα με τις βιτρίνες έπρεπε να είναι και ο ίδιος, παρόλο που ήξερε καλά ότι το πιο πιθανό ήταν να υποδεχτεί τον χρόνο με τις πιτζάμες. Γέλασε πάλι μόνος του, καλό και τούτο. Γύρισε να φύγει και τότε τον είδε να κατεβαίνει τον πεζόδρομο με ένα λαμπερό χαμόγελο.

Αυτό και αν ήταν εντυπωσιακό. Πώς είναι δυνατόν να κουβαλάει τόσες τσάντες ταυτόχρονα; Δεν ήταν μία ή δύο. Δεν ήταν ούτε καν τρεις, αλλά περίπου καμιά δεκαπενταριά στο σύνολο. Βάλε και κάτι μικρούλες για τα μικροδωράκια, μπορεί και είκοσι. Το μυαλό του κατακλύστηκε από σκέψεις. Πού τα πήγαινε όλα αυτά τα δώρα; Στην οικογένειά του μάλλον, είχε σύζυγο και δυο παιδάκια. Λογικά στα μικρά δεν θα έκανε από ένα μόνο δώρο. Βάλε και τους γονείς και τα πεθερικά, αδέρφια και ανηψάκια. Ε,ναι, δεν είναι παράξενο, Κάτι έπρεπε να χαρίσει σε όλους για να είναι σωστό το ρεβεγιόν, το έθιμο δηλαδή. Ποιο έθιμο, μουρμούρισε… να ξοδεύεις τόσα χρήματα μέσα σε τέτοια κοσμοσυρροή και στο τέλος να φεύγεις από την αγορά θριαμβευτικά,λες και κατάφερες κάτι σπουδαίο;

-Βρε, βρε, βρε… και εσύ εδώ; Άντε προλαβαίνεις, τα μαγαζιά κλείνουν στις έξι.

-Ναι, πάλι καλά. Ευτυχώς, θα μας περιμένουν. Είχα πάει στο δημαρχείο, αλλά δεν σε βρήκα.

-Α, ναι, είχα κάτι δουλειές έξω και είπα να κάνω τα ψώνια της τελευταίας στιγμής.

Τρόμαξε, Αν αυτά ήταν τα ψώνια της τελευταίας στιγμής, πόσα ήταν της προτελευταίας; Δεν πρόλαβε να τα υπολογίσει.

-Θα πας πουθενά για Πρωτοχρονιά;

-Ναι, πουθενά, είπε αφηρημένα.

-Α, ωραία. Και εδώ καλά είναι. Εμείς θα πάμε για σκι! Κάθε χρόνο πηγαίνουμε! Αρέσει πολύ στα παιδιά.

-Δεν έχω πάει ποτέ..

-Α, χάνεις! Την παραμονή τι θα κάνεις;

-Θα είμαι με τους δικούς μου.

-Την καλύτερη δουλειά κάνεις, πίστεψέ με!

Αναρωτήθηκε αν έπρεπε όντως να τον πιστέψει και στη συνέχεια πόσες φορές θα είχε πει ακριβώς τα ίδια λόγια τις χρονιάρες μέρες. Α, εντάξει, αν κατάντησε να χρησιμοποιεί και τέτοιες, λέξεις, έστω και από μέσα του, τότε καλώς  ήρθε στον κόσμο της παλιότερης γενιάς. Τελικά, ό,τι κοροϊδεύεις, το λούζεσαι.

-Λοιπόν, να μη σε κρατάω, καλή χρονιά με υγεία! Και αν θελήσεις, κάτι, πέρασε από το γραφείο.

-Καλή χρονιά. Έννοια σου…

Χαμογέλασε στη θύμηση, τι αστείος τύπος. Από τότε είχε να τον ξαναδεί, παρόλο που είχε αναγκαστεί να ξαναπάει στο δημαρχείο. Ξεκίνησε για το σπίτι με ζωηρό βήμα Ήθελε να πάει να αράξει στον καναπέ του και να χαζέψει τα φωτάκια. Πάντα έβαζε φωτάκια, αλλά χωρίς το δέντρο, έτσι του άρεσε καλύτερα. Του άρεσε να τα αφήνει στο πάτωμα ή πάνω στο τραπεζάκι με τα φώτα σβηστά και να κοιτάζει τη νύχτα μέσα από το τζάμι. Είχε πολύ ωραίο χρώμα η νύχτα την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, το είχε παρατηρήσει και άλλες χρονιές. Συνέχισε την πορεία του του βιαστικά, μέχρι που βρέθηκε μπροστά από ένα μαγαζάκι. Στάθηκε μπροστά από τη βιτρίνα, πρώτη φορά το έβλεπε. Πίσω από την τζαμαρία ήταν πολλά παιχνίδια παλιάς εποχής, γουστόζικα σερβίτσια από πορσελάνη, φιγούρες του καραγκιόζη, ξυλόγλυπτα σπιτάκια, παλιά κοσμήματα, περίτεχνες καρφίτσες, σκαλιστά έπιπλα, πολύχρωμα υφαντά, μαριονέτες… το μάτι του έπεσε πάνω σε ένα ποντικάκι, γκρίζο ανοιχτό. Γυάλιζε το γκρίζο του, ενώ στα αυτάκια του είχε ένα απαλό ροζαλί. Μπορούσες να το κουρδίσεις από το πλάι με ένα κλειδάκι,  θα τσουλούσε το δίχως άλλο. Μπήκε μέσα φουριόζος.

Μια κυρία βγήκε από το βάθος, φαινόταν σαν να ήταν κρυμμένη. Θα ήταν γύρω στα εξήντα, με γκριζωπή μακριά κοτσίδα και γυαλιά χαμηλά στη μύτη της.

-Κόπιασε να ρίξεις μια ματιά, του είπε σαν να ήθελε να τον ενθαρρύνει.

-Καλησπέρα σας, χρόνια πολλά.

-Χρόνια πολλά και σε εσένα. Έλα να δεις, το χάζεμα δεν το πληρώνεις, του είπε χαμογελώντας.

Προχώρησε προς μία προθήκη και διάλεξε ένα ξυλόγλυπτο σπιτάκι. Ήταν πολύ χαριτωμένο, σαν παραμυθένιο.

-Ναι, μουρμούρισε η κυρία. Είναι όντως πολύ καλό, αλλά χρειάζεται πολλή ψιλοδουλειά, και αυτό δεν πληρώνεται φυσικά. Έτσι δεν είναι; είπε και τον κοίταξε λοξά.

-Σωστά, μουρμούρισε αμήχανος. Ξέρετε, γενικά δεν κάνω  δώρα, αλλά ψάχνω κάτι ιδιαίτερο για ένα πρόσωπο…

-Για μια κυρία;

-Ναι…

-Ό,τι αιχμαλωτίσει το βλέμμα σου, αυτό να πάρεις. Μην σκεφτείς κάτι άλλο.

-Λέτε, ίσως δεν της αρέσει…

-Ίσως, ίσως… το δώρο πρέπει να είναι ξεχωριστό, όχι μία από τα ίδια. Δεν ήταν έτσι παλιά…

-Ξέρω, πλέον είναι λες και πας στο σούπερ μάρκετ, μου το λέει μια φίλη γκρινιάζοντας.

-Α, πολύ σωστά το έθεσε. Εδώ, όμως είναι ένα… μπακάλικο. Ας το πούμε έτσι.

Της χαμογέλασε, είχε κάτι το συμπαθητικό.

Κοίταξε γύρω του ερευνητικά. Τι να διαλέξει, είχε τόσα πράγματα. Μια παλιά κούκλα, ίσως; Μπα, θα την έβρισκε παλιομοδίτικη. Ένα παιχνιδάκι; Ούτε και αυτό, θα έκανε παιδιάστικο. Ένα γούρι, ίσως; Είχε ασυνήθιστα. Πολλή ζέστη είχε εκεί μέσα, ένιωθε δυσφορία. Η ιδιοκτήτρια από την άλλη δεν έδειχνε να ζορίζεται, αντιθέτως είχε σηκώσει ψηλά ένα άλλο ξυλόγλυπτο και το περιεργαζόταν σαν να το θαύμαζε για πρώτη φορά, σαν είχε ξεχάσει την παρουσία του. Πάντα του άρεσε όταν έβλεπε τέτοιους μαγαζάτορες, το διασκέδαζε.Άραγε να ήθελε να το αγοράσει;

-Ξέρετε, του είπε, είναι δύσκολα τα πράγματα. Και για εσάς τα νέα παιδιά, που δυσκολεύεστε να πάρετε ένα δώρο αλλά και για εμάς με τόση φορολογία.

-Ναι, μουρμούρισε και εκείνος.

-Αυτό εδώ ξέρεις πόση δουλειά χρειάζεται; Ώρες ολόκληρες.

-Φαντάζομαι. Ίκανη την είχε να μην ήθελε να το πουλήσει τελικά.

Η ζέστη είχε γίνει πιο έντονη, αισθάνθηκε ένα πλάκωμα. Έτσι, όπως έστριψε το κεφάλι του, το είδε. Ήταν μικρό, ιδιαίτερο και του έκανε νεύμα.

-Αυτό, της είπε.

-Πολύ ωραία επιλογή, θα σας κάνω καλύτερη τιμή, εσείς οι νέοι καλό είναι να έχετε βοήθεια.

-Εσείς, τη ρώτησε ντροπαλά, δεν χρειάζεστε βοήθεια;

Τον περιεργάστηκε μέσα από τα γυαλιά της.

-Η βοήθεια είναι για να δίνεται. αλλά καλό είναι και να λαμβάνεται.

Δεν κατάλαβε, αλλά ένιωθε τέτοια ανυπόφορη ζέστη, ώστε ήθελε να φύγει όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Πήγε προς το ταμείο για να την παρακινήσει να τελειώνουν. Τον ακολούθησε και αυτή, αφού τακτοποιήσε κάτι άλλα σπιτάκια που τα είχε ρίξει πριν. Πάντα αδέξιος, ωστόσο  δεν τα είχε τακτοποιήσει για να μην τα κάνει χειρότερα. Η κυρία μπήκε πίσω από το ταμείο, έδειχνε να ψάχνει κάτι.

-Α, ναι, αυτό ακριβώς. Τράβηξε από έναν σωρό ένα μικρό κουτάκι σαν παραμυθένιο, το άνοιξε και έστρωσε μέσα του χοντρό, πράσινο γκοφρέ χαρτί, έβαλε μέσα το δώρο προσεχτικά και το έκλεισε. Μετά διάλεξε μια μπεζ κορδέλα με κατακόκκινες βελονιές και το τύλιξε σφιχτά. Παρόλη τη δυσφορία του, έμεινε έκπληκτος.

-Το δώρο πρέπει να είναι ακριβό σε όλα του, του είπε χαμογελώντας.

Στη συνέχεια, άπλωσε το χέρι της σε ένα σακουλάκι και τράβηξε από μέσα κάτι σαν σποράκια. Σποράκια σε δώρο; σκέφτηκε με μια γκριμάτσα.

-Ο γλυκάνισος, του είπε, ο αστεροειδής. Περίμενε να τον δέσω.

-Ποιο να δέσετε;

-Τον γλυκάνισο.

-Μα πού;

-Στο κουτί, δεν θα κάνεις ένα συνηθισμένο δώρο.

-Μα… ψέλλισε. Δεν είπε φωναχτά αυτό που σκεφτόταν. Την είδε να πασχίζει να δέσει το μικρό καφετί αστεράκι γύρω από τον φιόγκο της κορδέλας. Φαινόταν προσηλωμένη και δεν ήθελε να τη διακόψει. Ντράπηκε κιόλας, τι ανόητα που σκεφτόταν.

-Να, είδες. Μύρισέ το! του είπε και το έφερε κάτω από τη μύτη του.

Τι άρωμα ήταν αυτό, ένα κύμα γλύκας και θαλπωρής τον μέθυσε. Το πήρε στα χέρια του να το μυρίσει πάλι. Η κυρία χαμογελούσε.Της έδωσε τα 5 ευρώ, ντροπιασμένος. Αυτή τα πήρε χαμογελώντας.

-Στο καλό, του είπε, Καλή χρονιά.

-Καλή χρονιά, θα ξαναπεράσω.

Έφυγε μπερδεμένος.Στον δρόμο πέρασε από μία κάβα, αποφάσισε να μπει, ας είχε κοσμοσυρροή. Πήρε καρύδια, αμύγδαλα, φουντούκια και σοκολατάκια. Πάλι αυτή η ζέστη, ένιωθε εξάντληση, μάλλον χρειαζόταν ξεκούραση. Κατηφόρισε προς τον ηλεκτρικό και όταν έκατσε, έριξε μια ματιά στο κινητό του. Είδε μια φωτογραφία… ο κόσμος πάει για σκι, σκέφτηκε μελαγχολικά.

Έφτασε στο σπίτι, η ώρα είχε πάει 7, τα μαγαζιά είχαν κλείσει και ο κόσμος ετοιμαζόταν για την αλλαγή του χρόνου. Ξάπλαρε στον καναπέ, τι κούραση ήταν αυτή. Πρέπει να είχε και ταχυπαλμία. Ίσως, να είχε στρεσαριστεί τις τελευταίες μέρες, καλό θα ήταν να χαλάρωνε. Δίπλα του είχε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, ήπιε δυο γουλιές και έφαγε ένα σοκολατάκι. Πολύ καλύτερα τώρα. Είχε τα λαμπάκια του, το ανοιχτό του τζάμι για να ρεμβάζει έξω και…

Ένας χρόνος είχε περάσει. Το ίδιο είχε πει και πέρυσι. Και πρόπερσι. Και το κουτί είχε παραμείνει στη θέση του περιμένοντας υπομονετικά. Δεν μπορεί, κάποια στιγμή ο παραλήπτης του θα το καταδεχόταν.

Θα το καταδεχόταν…

Άπλωσε το χέρι του και το έφερε στο πρόσωπό του χαρωπός. Δεν μπορούσε να χορτάσει αυτή τη θεσπέσια μυρωδιά. Μπορεί να είχε ξεθυμάνει μετά από τόσο καιρό, όμως για αυτόν είχε πάντα την ίδια αίσθηση. Έπρεπε να πάρει γλυκάνισο σε ποσότητα και να τον βάλει σε ένα βαζάκι να μοσχοβολήσει το σπίτι. Πόσες φορές το είχε πει… Σειρά είχε το δώρο, τώρα. Έπρεπε να χαρίσει κάτι στον εαυτό του, το άξιζε. Και αυτό ήταν το κατάλληλο

… τράβηξε την κορδέλα σαν τα παιδάκια και το έβγαλε από το κουτί…

 

12435713_737411513060255_327144623_n

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s